Ξενοφώντα Κοντιάδη, “Η Νύχτα που έφυγε ο Παύλος”

Βιβλιοκριτική

Ξενοφώντα Κοντιάδη, Η Νύχτα που έφυγε ο Παύλος (Τόπος)

Δέκα χρόνια μετά την δολοφονία, ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Ξενοφών Κοντιάδης έγραψε το χρονικό της υπόθεσης Φύσσα: την δολοφονία, της δίκης, την. Αλλά δεν το κάνει με τις μεθόδους της ιστοριογραφίας. Το βιβλίο ανοίγει με τον κλασικό τρόπο του αστυνομικού μυθιστορήματος:
‘Είναι μια γλυκιά βραδιά που θυμίζει ακόμη καλοκαιρι, η Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013’. Ένας παντογνώστης αφηγητής, που ξέρει τι και πως έγινε, τι σκέφτονταν και αισθάνονταν οι χαρακτήρες, πως θα προχώρησε η πλοκή, διηγείται την ιστορία. Αλλά αυτός ο φανταστικός αφηγητής εμφανίζεται σπάνια. Το υποκείμενο που μιλάει είναι πληθυντικό, αντί για τον παντογνώστη συγγραφέα μια πολυφωνική και πολυπρισματική γλωσσολαλιά.
Η καταγραφή των γεγονότων γίνεται μέσα από 72 μικρά κεφάλαια που δεν συνδέονται άμεσα ή αιτιακά μεταξύ τους. Τα περισσότερα είναι αποσπάσματα από τα πρακτικά της δίκης. Ακούμε μάρτυρες, δικηγόρους, σχολιαστές να μιλούν με την φωνή τους.
Αποσπασματικά, σποραδικά, σταδιακά παρατίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία που εμφανίστηκαν στην δίκη με τις φωνές όσων μίλησαν, χωρίς παρεμβάσεις και καλλωπισμό, χωρίς αυστηρή χρονική σειρά. Η κατάθεση της Μάγδας, ακολουθείται από την απολογία του Ρουπακιά, η απολογία του Μιχαλολιάκου από τις καταθέσεις του Αλιβιζάτου, της Κατριβάνου και μαρτύρων υπεράσπισης, η αγόρευση του Παπαδάκη και της εισαγγελέως από άλλους μάρτυρες. Ο χρόνος της δίκης συμπυκνώνεται, η χρονική αλληλουχία ανατρέπεται, το πριν και το μετά ενώνονται το επόμενο έρχεται πριν το προηγούμενο.
Η παρέμβαση του συγγραφέα γίνεται μέσα από την επιλογή των πειστηρίων και από μικρές νύξεις, όπως οι τίτλοι των τριών μερών. Από την ωραία μέρα να πεθαίνει κανείς το πρώτο μέρος, στην επιστροφή των λύκων το δεύτερο, τέλος στον θάνατο που δεν έχει πια εξουσία. Φτιάχνει ο Κοντιάδης την πλοκή της κλασικής τραγωδίας όπως την περίγραψε ο Αριστοτέλης. Ένα αρχικό πρόβλημα – ο φόνος. Το ακολουθεί η περιπέτεια, αλλεπάλληλες εναλλαγές της τύχης (η δίκη). Τέλος η λύση ακολουθεί την αναγνώριση των υπευθύνων (καταδίκη των δολοφόνων και της Χρυσής Αυγής). Αυτό το είδος πλοκής, λέει ο Αριστοτέλης, προσφέρει την ισχυρότερη τραγική απόλαυση.

Έχουμε λοιπόν ένα ιστορικό μυθιστόρημα; Η ελληνική λογοτεχνία έχει καλλιεργήσει αυτό το είδος που ανιχνεύει τους αγώνες, τα πάθη, τα πένθη μια ιστορικής περίοδού μέσα από την ζωή υπαρκτών ή φαντασιακών ηρώων που την έζησαν. Το Ζ του Βασιλικού, που περιγράφει την δολοφονία του Λαμπράκη, αποτελεί το πρότυπο για την Νύχτα που έφυγε ο Παύλος. Ο Λαμπράκης του Βασιλικού πρόδρομος του Φύσσα δίνοντας του τα τελευταία του λόγια πριν τον θάνατο. Έτσι η δολοφονία πιάνει το νήμα της φασιστικής βίας της μεταπολεμικής Ελλάδας, ο Φύσσας διάδοχος του Μπελογιάννη, του Λαμπράκη, του Πέτρουλα του Τεμπονέρα.
Αλλά το βιβλίο δεν είναι ένα κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα. Είναι νέο είδος, ένα λογοτεχνικό και νομικό χρονικό, ένα νομικό docudrama, ντοκιμαντέρ και μυθοπλασία. Βρίσκεται επομένως σε ένα τρίστρατο, στο συνάντημα της ιστορίας, της λογοτεχνίας και του δικαίου. Επανανοηματοδοτεί ιστορικά γεγονότα αλλά βάζει και δύσκολα ερωτημάτα. Ποια η ευθύνη του συγγραφέα απέναντι στην ιστορική καταγραφή; Ποια η σχέση της ιστορικής αλήθειας με αυτήν του δίκαιου, με την μορφή της δίκης; Μπορεί η λογοτεχνική γλώσσα να ανακαλύψει αλήθειες για το παρελθόν που δεν είναι διαθέσιμες στην ιστοριογραφία;

1. Το συμβάν

Το βιβλίο παρουσιάζει την υπόθεση Φύσσα ως ένα «συμβάν» με την φιλοσοφική έννοια του όρου. Το συμβάν αποτελεί μια απρόσμενη πράξη που εμφανίζεται αναπάντεχα και αλλάζει ριζικά την πορεία της ιστορίας σαν ένας καταλύτης, μια σπίθα που βάζει φωτιά σε εύφλεκτο υλικό. Η δολοφονία διακόπτει την γραμμικότητα του χρόνου. Ανατρέπει την άμεση κα έμμεση ανοχή στον φασισμό και δημιουργεί μια αιφνίδια ρήξη, γίνεται ένα κοσμοϊστορικό συμβάν.

Η ιστορία δεν γράφεται εκ των προτέρων, με κάποιου είδους γραμμική πρόοδο, αλλά αναδρομικά, όταν μια σειρά από γεγονότα αναγνωρίζεται ως η αλληλουχία που οδήγησε στην αλλαγή. Μια σειρά πεπραγμένων γίνονται το ριζικό συμβάν που αλλάζει την ιστορία μέσα από την πίστη και την επιμονή στην «αλήθεια» του. Ο Απόστολος Παύλος δημιούργησε το «συμβάν του Ιησού», επιβεβαιώνοντας την αλήθεια του με τις πράξεις του, ο Λένιν το συμβάν του Μαρξ. Οι αντιφασίστες στους δρόμους, οι δικηγόροι, ο Κοντιάδης είναι τα υποκείμενα της αλήθειας. Ονομάζοντας και διατηρώντας την μνήμη της δολοφονίας μετατρέπουν το όνομα Φύσσας σε ιστορικό συμβάν που, όπως ο Μπελογιάννης, τρύπησε τον θάνατο και κατάργησε την εξουσία της φασιστικής βίας. Αυτό εκφράζει η φωνή της μάνας, «Παύλο τα κατάφερες, γιέ μου, γιε μου».

2. Το τραύμα
Υπάρχουν προσωπικές εμπειρίες και συλλογικές ιστορίες που δεν μπορούν να περιγράφουν ούτε να ταξινομηθούν με τον ρεαλιστικό τρόπο της παραδοσιακής ιστοριογραφίας. Τέτοιες είναι συμβάν και το τραύμα.
Το τραύμα, μια ψυχαναλυτική έννοια, είναι μια βαθιά επικίνδυνη απειλητική ή θλιβερή εμπειρία ή γεγονός. Κάτι που βιώνεται ως ψυχικά και φυσικά βλαβερό και διατηρείται πολύ μετά την εμφάνιση του. Απωθούμε το γεγονός που προκάλεσε το τραύμα αλλά αυτό επιστρέφει με συμπτώματα που ξανανοίγουν την πληγή. ‘Που είναι τώρα ο Φύσας σας’ φώναζαν οι φασίστες που επιτέθηκαν σε πολίτες στο Μοναστηράκι το Σάββατο φέρνοντας πίσω το σοκ και δέος της δολοφονίας αυτό που αισθανθήκαμε όλοι την νύκτα που έφυγε ο Παύλος.
Δύο προσεγγίσεις αξιολογούν τις τραυματικές εμπειρίες. Για τον Φρόιντ, δεν μπορούμε να αποφύγουμε την υπαρξιακή δύναμη του παρελθόντος. Το ασυνείδητο διατηρεί επώδυνες αναμνήσεις που έχουν απωθηθεί από τη συνειδητή ανάμνηση. Το ασυνείδητο είναι ο φύλακας της μνήμης, επιλέγει αυτό που πρέπει να θυμηθεί και κρύβει τα υπόλοιπα. Αυτές οι απωθημένες μνήμες όμως επιστρέφουν ως συμπτώματα ψυχικών διαταραχών, σε όνειρα, γλωσσικά ολισθήματα και παραπραξεις, σε περίεργους συσχετισμούς και φόβους.

Η δεύτερη προσέγγιση της συλλογικής μνήμης υποστηρίζει ότι το παρελθόν και το παρόν συνυπάρχουν. Θυμόμαστε το παρελθόν μέσα από τις σύγχρονες προτεραιότητες. Για τους φροϋδικούς οι μνήμες είναι αγκυρωμένες σε ένα τραυματικό παρελθόν. Στην μελέτη της συλλογικής μνήμης, το παρόν καθορίζει το παρελθόν, στους φροϋδικούς το παρελθόν στοιχειώνει το παρόν.
Πως μπορεί να διηγηθεί κανείς την ιστορία της Χρυσής Αυγής με τρόπο που να αποδίδει τα δεινά που υπέστησαν χιλιάδες άνθρωποι; Πρέπει να αναπαρασταθούν με νέο τρόπο, από μια γραφή χωρίς πλοκή, πολυφωνική, η οποία αντανακλά την πολύβουη χαοτική πραγματικότητα της ζωής και την παράλογη πρωθύστερη λογική του τραύματος, έξω από τις εκλογικεύσεις του δικαίου και τις γενικεύσεις της ιστοριογραφίας.
Για να γίνει ένα γεγονός συμβάν, για να αναπαραστήσει το απωθημένο αλλά πάντα παρόν τραύμα, χρειάζεται η πολυφωνική γλωσολαλιά του Κοντιάδη που καλεί τον αναγνώστη να γίνει ο ίδιος δικαστής. Ακούμε τις αντιτιθέμενες μαρτυρίες, τις καταθέσεις, τα πειστήρια χωρίς αυστηρή χρονική και αιτιακή ακολουθία. Για τους φροϋδικούς οι χρήσεις της ιστορίας είναι χρονικές για τις μελέτες μνήμης χωρικές. Ο χρόνος της δίκης συμπυκνώνεται, η χρονική και αιτιακή αλληλουχία ανατρέπεται, το πριν και το μετά ενώνονται. Ο Κοντιάδης καλεί τον αναγνώστη να γίνει ο ίδιος δικαστής, να κρίνουμε την υπόθεση Φύσα, να γίνουμε υποκείμενα της αλήθειας της.

3. Ιστορία και δίκες

Οι επαγγελματίες ιστορικοί ανησυχούν εδώ και καιρό τόσο για την κατάσταση της επιστήμης τους όσο και για την πολιτισμική μας λήθη. Οι παραδόσεις έχασαν το νόημά τους, η σχέση με το παρελθόν ανακατασκευάζεται μέσω προσομοιώσεων της μνήμης από τα κυρίαρχα μέσα. Τα ντοκιμαντέρ με φουστανέλες και φέσια, οι εκδηλώσεις για το 200 χρόνια από την Επανάσταση είναι καλό παράδειγμα. Τέτοιες κατασκευασμένες και τεχνητές “αναμνήσεις” αποτελούν πρόβλημα παρά στήριγμα της συλλογικής ταυτότητας. Η μνήμη βρίσκεται διαρκώς στα χείλη μας επειδή δεν υπάρχει πλέον. Όπως λεει ο Eric Hobsbawm “η καταστροφή του παρελθόντος είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα της εποχής. Οι νέοι μεγαλώνουν σε ένα είδος μόνιμου παρόντος που στερείται κάθε οργανικής σχέσης με το δημόσιο παρελθόν της εποχής μας.’
Καθώς η ιστορία έχασε την ενιαία μεθοδολογία, την σαφή της αποστολή και την αδιαμφισβήτητη καταγραφή, η μνήμη και η ανάμνηση έχουν ανατεθεί σε μεγάλο βαθμό στο δίκαιο και στις δικες. Η Νυρεμβέργη και το Τόκιο, οι δίκες του Άιχμαν, και του Παπόν, οι μεταπολεμικές δίκες της Γιουγκοσλαβίας και της Ρουάντα έβαλαν την ιστορία στο εδώλιο. Το δίκαιο γίνεται η θεραπεία της αποτυχημένης μνήμης, ένα είδος ομαδικής ανάλυσης για αμνησιακούς. Οι δίκες κάνουν μια εκτεταμένη καταγραφή. Αλλά τα ίχνη που βρίσκονται στις μαρτυρίες, τα αρχεία και τα έγγραφα, επιβεβαιώνουν τη μελαγχολική διαπίστωση ότι το παρελθόν έχει αποσυνδεθεί, έχει χάσει τον καθοριστικό του χαρακτήρα και η μνήμη τη θεμελιώδη δύναμή της.

Ο Παύλος Φύσσας, ο Killah P(ast), ήταν εκτελεστής του παρελθόντος για να χτίσει το μέλλον. Ο Φύσσας είναι ο Άγγελος της ιστορίας Η καταιγίδα τον ωθεί ακαταμάχητα στο μέλλον, στο οποίο έχει γυρίσει την πλάτη, ενώ ο σωρός των συντριμμιών μπροστά του μεγαλώνει προς τον ουρανό. Αυτή η καταιγίδα είναι αυτό που αποκαλούμε πρόοδο., ο “Angelus Novus” στο περίφημο δοκίμιο του Walter Benjamin για τον πίνακα του Paul Klee. Κοιτάζει προς τα πίσω, στους σωρούς των συντριμμιών, των ηττών, των θανάτων, των εξοριών, τα φτερά του πιασμένα σε μια καταιγίδα που φυσάει από τον Παράδεισο και τα εμποδίζει να κλείσουν. Έτσι ο άγγελος σπρώχνεται προς το μέλλον, στο οποίο έχει γυρίσει την πλάτη, ενώ ο σωρός των συντριμμίων μπροστά μεγαλώνει προς τον ουρανό. “Ονομάζουμε αυτή την καταιγίδα Πρόοδο” γράφει ειρωνικά ο Μπένγιαμιν.

Κι αυτό γιατί δεν είναι το παρελθόν που ρίχνει το φως του στο παρόν ούτε το παρόν στο παρελθόν: η ιστορική αλήθεια είναι σαν μια εικόνα, μια φωτογραφία στην οποία το Τότε και το Τώρα ενώνονται, γίνονται ένας αστερισμός. Το συμβάν είναι σαν την εικόνα. Η φωτογραφία ανήκει στο παρόν, διότι μόνο τώρα μπορούμε να την δούμε. Αλλά είναι επίσης ριζικά ιστορική, γιατί μόνο τώρα μπορούμε να καταλάβουμε το παρελθόν. Κάθε εικόνα του παρελθόντος που δεν αναγνωρίζεται από το παρόν ως μια από τις δικές του ανησυχίες εξαφανίζεται. Το να κατανοήσουμε το παρελθόν σημαίνει να αρπάξουμε μια ανάμνηση καθώς αναβοσβήνει σήμερα σημάδι κινδύνου. Αν δεν το κάνουμε, εξαφανίζεται μαζί με το ίχνος που κουβαλούσε. Η αποστολή του παρελθόντος δεν θα έχει ληφθεί αν δεν διαβαστεί από το παρόν που την καθιστά δυνατή. Και εδώ ο Κοντιάδης με το δικαστικό του docudrama φτιάχνει αυτή την εικόνα του παρελθόντος που μόνο σήμερα μπορεί να γίνει κατανοητή. Ο Φυσσας άγγελος της ιστορίας μας καλεί σε σημερινή δράση που λυτρώνει τα τραύματα του παρελθόντος και θεμελιώνει την δημοκρατία του μέλλοντος.

Εδώ παρεμβαίνουν οι πολιτικές δίκες. Το δικαστήριο κάνει μια εκτεταμένη καταγραφή. Αλλά αυτά τα ίχνη που βρίσκονται σε μαρτυρίες, αρχεία και έγγραφα, επιβεβαιώνουν τη μελαγχολική διαπίστωση ότι το παρελθόν έχει αποσυνδεθεί, έχει χάσει τον ιερό του χαρακτήρα και η μνήμη τη θεμελιώδη δύναμή της. Αυτή η νομιμοποίηση της ιστορίας και της μνήμης πρέπει να αποδοθεί τόσο στην καλπάζουσα αμνησία των μεταμοντέρνων κοινωνιών όσο και στη μεταβαλλόμενη λειτουργία του δικαίου. Οι ιστορικές αφηγήσεις κινητοποιήθηκαν από το κράτος για να νομιμοποιήσει την εξουσία του αλλά και να θεμελιώσει το έθνος σε ένα φανταστικό παρελθόν. Η συλλογική μνήμη δεν μπορεί πλέον να αντλεί τη δύναμή της από ένα συνεχές παρελθόν. Μαρτυρά την ασυνέχεια της ιστορίας καθώς δίνει τη θέση της στην ατομική ψυχολογία της ανάμνησης και του τραύματος. Οι νομοθέτες του έθνους έδωσαν έμφαση στο μέλλον. Τώρα όμως το μέλλον έχει γίνει προβληματικό και το παρελθόν απρόβλεπτο.

Ο Ernst Bloch είπε ότι “η ιστορία αναβοσβήνει το σήμα της Scotland Yard”. Τώρα το σήμα έχει περάσει εκεί όπου ανήκει. Ο Μπένγιαμιν λέει ότι η ιστορία που έδειχνε τα πράγματα “όπως πραγματικά ήταν” ήταν το ισχυρότερο ναρκωτικό του αιώνα. Τώρα ο νόμος όχι μόνο μας λέει “πώς πραγματικά ήταν τα πράγματα” αλλά και ότι υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα. Αν η ιστορία ήταν το ισχυρότερο ναρκωτικό, τώρα ο νόμος γίνεται έμπορος ναρκωτικών που έχει διώξει όλους τους ανταγωνιστές από το χωράφι του. Στο εξής ο νόμος θα πρέπει να φέρει μόνος του την ευθύνη της επιβεβαίωσης της αλήθειας του παρελθόντος. Όπως σε κάθε νομική κρίση, αυτή η αλήθεια θα είναι μία.

Δεν είναι το παρελθόν που ρίχνει το φως του στο παρόν ούτε το παρόν στο παρελθόν: η ιστορική αλήθεια είναι σαν μια εικόνα, μια φωτογραφία στην οποία το Τότε και το Τώρα ενώνονται σε έναν αστερισμό, σαν μια λάμψη φωτισμού. Η σχέση του παρόντος με το παρελθόν είναι διαχρονική, η σχέση του τότε με το τώρα είναι διαλεκτική, φαντασιακή όχι διαχρονική. Η δομή του ιστορικού γεγονότος ακολουθεί τη δομή της εικόνας. Η εικόνα είναι διαλεκτική σε στάση. Αναδύεται στον παρόντα χρόνο μέσα από την αναγνώρισή της. Η μνήμη ως εικόνα δεν ανήκει σε έναν ορισμένο χρόνο, αλλά γίνεται αναγνώσιμη σε έναν ορισμένο χρόνο. Η εικόνα ανήκει ριζικά στο παρόν, διότι μόνο στο παρόν μπορεί να γίνει κατανοητή. Αλλά η εικόνα είναι επίσης ριζικά ιστορική, και το παρελθόν μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο τώρα. Κάθε παρόν καθορίζεται από τις εικόνες που είναι συγχρονισμένες με αυτό: κάθε τώρα είναι το τώρα της συγκεκριμένης αναγνωρησιμότητας, φορτωμένο μέχρις εκρήξεως με τον χρόνο.

Το παρελθόν μπορεί να συλληφθεί μόνο ως εικόνα που αναβοσβήνει τη στιγμή που μπορεί να αναγνωριστεί και δεν ξαναβλέπεται ποτέ. Κάθε εικόνα του παρελθόντος που δεν αναγνωρίζεται από το παρόν ως μια από τις δικές του ανησυχίες εξαφανίζεται. Το να κατανοήσουμε το παρελθόν σημαίνει να αρπάξουμε μια ανάμνηση καθώς αναβοσβήνει σε μια στιγμή κινδύνου. Αν όχι, εξαφανίζεται μαζί με το ίχνος που κουβαλούσε. Η διεύθυνση του παρελθόντος δεν θα έχει ληφθεί αν δεν διαβαστεί από το παρόν που την καθιστά δυνατή. Έτσι σώζεται το παρελθόν, αλλά πρόκειται για ένα παρελθόν που δεν υπήρξε ποτέ. Η ιστορική γνώση είναι να διαβάζεις αυτό που δεν γράφτηκε ποτέ.