Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς
Birkbeck Institute of the Humanities
Θεωρία στο Μέγαρο
ΕΦΣΥΝ ‘Πολιτικά & Φιλοσοφικά Επίκαιρα’
Open Athens
«Εκσυγχρονισμός»
Η πρόσφατη υπεράσπιση του «εκσυγχρονισμού» μάς γύρισε στα ευλογημένα χρόνια των αρχών του αιώνα. Ηταν η περίοδος του πιο έντονου βιοπολιτικού ελέγχου του πληθυσμού που ολοκληρώθηκε με τα μνημόνια, την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Στον βιοπολιτικό καπιταλισμό η άσκηση εξουσίας επικεντρώνεται στη διαχείριση και καθοδήγηση των συμπεριφορών παρά των ιδεών. Η εξουσία εκτείνεται από τα βάθη της συνείδησης στα σώματα και στοχοποιεί κοινωνικές ομάδες βάσει κοινών χαρακτηριστικών όπως το φύλο, η φυλή ή η θρησκεία.
Ο συλλογικός έλεγχος συμπληρώνεται με τεχνολογίες «επιμέλειας εαυτού». Οι άνθρωποι καλούνται να «βελτιωθούν» με προσωπικές πρακτικές (γύμναση, δίαιτα, γιόγκα κ.λπ.) στο όνομα της ατομικής ευτυχίας ή της συλλογικής υγείας. Ο βιοπολιτικός καπιταλισμός δεν παράγει μόνο εμπορεύματα, αλλά υποκείμενα, πρώτα και κύρια το ελεύθερο υποκείμενο με δικαιώματα και επιθυμίες, απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του.
Η βιοεξουσία από τη μια αυξάνει και βελτιώνει τις ατομικές γνώσεις και σωματικές δεξιότητες εισάγοντας επιθετικές πολιτικές υγείας, παιδείας, ασφάλισης και αντιμετώπισης των ρίσκων της ζωής (σεμινάρια επιμόρφωσης, διά βίου μάθησης, stages) και από την άλλη καλλιεργεί την εντύπωση ότι είμαστε «ελεύθεροι» μια και έχουμε περιθώρια για την επιμέλεια εαυτού και τις καταναλωτικές επιλογές.
Στις αρχές του 21ου αιώνα η βιοπολιτική παρέμβαση πήρε δύο μορφές, τον «καπιταλισμό-καζίνο» και τον «εκσυγχρονισμό». Η πρώτη καλλιέργησε την πίστη στο γρήγορο κέρδος μέσω χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, δανείων και μιας επιχειρηματικότητας στηριγμένης στην κρατική γενναιοδωρία και, όπως μάθαμε, στη διαφθορά. Το γρήγορο κέρδος, ο άμετρος δανεισμός, οι πολλαπλές πιστωτικές κάρτες και η επιδεικτική κατανάλωση αποτέλεσαν τα ιδεολογικά όπλα της εισαγωγής του νεοφιλελεύθερου ανθρώπου.
Η ιδεολογία του γρήγορου και εύκολου κέρδους οδήγησε σύντομα στο παραβατικό της συμπλήρωμα: τη συναλλαγή πολιτών και κρατικών λειτουργών, τη διαπλοκή πολιτικών, οικονομικών και μιντιακών ελίτ, την αποφυγή φορολογικών υποχρεώσεων, τη διαφθορά και τη δωροδοκία. Κοινό χαρακτηριστικό των παραβατικών συμπεριφορών ήταν και είναι ότι ξεκινούν, χρησιμοποιούν και διαστρέφουν τους παραδοσιακά ισχυρούς προσωπικούς, επαγγελματικούς και πολιτικούς δεσμούς. Κατευθύνοντάς τους όμως προς το νέο κυρίαρχο έθος, μετέτρεπαν την οικειότητα σε «διευκόλυνση», την κοινότητα σε νεποτισμό και το φιλότιμο σε εκμετάλλευση.
Η παραβατικότητα δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Μεγάλοι ηγέτες όπως ο Κράξι, ο Κολ, ο Σιράκ, ο Σαρκοζί, ο Ραχόι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον δημόσιο βίο καταδικασμένοι ή απαξιωμένοι για τη συμμετοχή τους σε υποθέσεις διαφθοράς προς όφελος των κομμάτων τους. Υπάρχει λοιπόν το τεκμήριο της αθωότητας για κάθε πολίτη, αλλά δεν υπάρχει τεκμήριο μη εξέτασης πολιτικών πρώτης γραμμής όταν υπάρχουν σοβαρές κατηγορίες.
Η διάδοση και επικράτηση του οικονομικού φιλελευθερισμού ήταν η κύρια πολιτική επιλογή των κυβερνήσεων Σημίτη, που ακολούθησαν πιστά τον «τρίτο δρόμο» του Τόνι Μπλερ και του Γκέρχαρντ Σρέντερ. Οι κεντροαριστεροί εισήγαγαν τον νεοφιλελευθερισμό και αυτό οδήγησε στην πανευρωπαϊκή «πασοκοποίησή» τους, μεγάλη συνεισφορά της Ελλάδας, μαζί με τα greek statistics, στο παγκόσμιο λεξικό της πολιτικής.
Ενώ λοιπόν εξαφανιζόταν ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας, η Ελλάδα καλούνταν να πιστέψει ότι λεφτά και ευκαιρίες πάντα θα υπάρχουν, αρκεί να ξέρει κανείς πού να ψάξει. Οι καταθέσεις μετατρέπονταν σε χρηματιστικά «προϊόντα», οι εργαζόμενοι γίνονταν κάτοχοι μετοχών, νεόφυτοι οπαδοί του «λαϊκού καπιταλισμού». Θυμάμαι το δέος με το οποίο άνθρωποι μιλούσαν για τα «ρέπος» –όρο άγνωστο στους πολλούς πριν από εκείνη την εποχή. Οι εραστές των ρέπος, όπως πολλοί εραστές άλλωστε, ήταν ανίκανοι να περιγράψουν το αντικείμενο του πόθου τους.
Η αποτυχημένη κοινωνικοποίηση του φιλελευθερισμού
Η δεύτερη βιοπολιτική στρατηγική ήταν ο «εκσυγχρονισμός», μια προσπάθεια κοινωνικοποίησης του φιλελευθερισμού. Επρόκειτο για μια σειρά πολιτικών, θεσμικών και πολιτιστικών στρατηγικών που αποσκοπούσαν να συμπληρώσουν τον οικονομικό φιλελευθερισμό και την επακόλουθη ακραία εξατομίκευση με μια πιο κοινωνική μορφή, η οποία συχνά εμφανιζόταν ως σοσιαλδημοκρατική.
Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι βέβαια εντελώς ψευδεπίγραφος: ο ελληνικός εκσυγχρονισμός ήταν αποτέλεσμα της αποτυχίας της σοσιαλδημοκρατίας και της σταδιακής εγκατάλειψης του κοινωνικού κράτους, την οποία ολοκλήρωσε η επερχόμενη λαίλαπα της λιτότητας. Η έμφαση στα ατομικά δικαιώματα, η δημιουργία ανεξάρτητων θεσμών, η ενθάρρυνση και χρηματοδότηση κάθε είδους ΜΚΟ, η προσπάθεια ιδιωτικοποίησης των Πανεπιστημίων ήταν συστατικά στοιχεία της απόπειρας να δημιουργηθεί ένας πιο ανοιχτός, αποτελεσματικός νεοφιλελευθερισμός με «ελληνικό πρόσωπο».
Ωστόσο ο εκσυγχρονισμός αποτέλεσε μια μηχανιστική μεταφορά δυτικών μοντέλων που δεν έλαβε υπόψη τις σημαντικές ανθρωπολογικές διαφορές της ελληνικής κοινωνίας. Οι κοινωνικές συμβάσεις, συνήθειες και άρρητες ρυθμίσεις που θεμελιώνουν το έθος και τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας είναι διαφορετικές από εκείνες της Δυτικής Ευρώπης.
Στην Ελλάδα οι ταυτότητες και οι κοινωνικοί δεσμοί στηρίζονται στην οικογένεια, την παρέα και τη γειτονιά, την κοινότητα και την πολιτική ένταξη. Τέτοιοι άγραφοι νόμοι, συμβάσεις και νοοτροπίες διευκολύνουν τη λειτουργία των τυπικών κανόνων, δημιουργώντας μια ισχυρή αίσθηση ατομικής ταυτότητας μέσα στην κοινότητα.
Η εκσυγχρονιστική παράταξη, με τον μανιχαϊκό διαχωρισμό μεταξύ ελληνικού-οπισθοδρομικού και ευρωπαϊκού-προοδευτικού πόλου, δεν κατάλαβε ότι η ισχνή ταυτότητα και ηθική του δυτικού μοντέλου, της κοινωνίας πολιτών και των ΜΚΟ δεν μπορούσε να αντικαταστήσει σύντομα και βίαια τις βαθιές ρίζες του ελληνικού κοινωνικού δεσμού. Η κάρτα της εταιρείας καταναλωτών ή των φιλόζωων δεν δημιουργούσε την ίδια επιθυμία όπως η κάρτα Visa ή frequent flyer. Η ρητορική περί κοσμοπολιτισμού και συνταγματικού πατριωτισμού δεν είχε μεγάλη απήχηση στο Παρίσι και στο Λονδίνο και καμία στο Περιστέρι και στο Πέραμα.
Κάποιες πρωτοβουλίες, όπως η εισαγωγή της ραδιοτηλεοπτικής πολυφωνίας και του Συνήγορου του Πολίτη, ήταν θετικές. Αλλά ο συνολικός σχεδιασμός, αν υπήρξε, ήταν κανονιστικά αστήρικτος και εμπειρικά ατελέσφορος. Η προσπάθεια καλλιέργειας καταναλωτικής, πειθαρχημένης και νομοταγούς συνείδησης, που στόχευε στη δημιουργία υπάκουων υποκειμένων και παραγωγικών εργαζόμενων για τη μεταφορντική οικονομία, είχε παραγνωρίσει την πραγματικότητα και υποτιμήσει τα κανονιστικά της θεμέλια.
Οι «σοσιαλιστές» πολιτικοί πίστεψαν ότι η περίφημη «κοινωνία πολιτών» αποτελεί απαραίτητο συστατικό και προϋπόθεση της σωστής λειτουργίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και προσπάθησαν να την εισαγάγουν από τα πάνω. Η σταδιακή μεταφορά υπηρεσιών όπως η παιδεία, η υγεία και η κοινωνική ασφάλιση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, αναπόσπαστο κομμάτι του «εκσυγχρονιστικού» προγράμματος, θα εξασφάλιζε τον εξορθολογισμό και την παραγωγικότητα αυτών των υπηρεσιών και θα οδηγούσε στην απελευθέρωση του πολίτη από το κράτος. Η θεωρία ήταν ότι οι πολίτες θα αποκτούσαν συναίσθηση της αγοραστικής τους δύναμης και της «ελευθερίας επιλογών» που τους έδινε η νέα οικονομία.
Η εισαγωγή του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, όπως ήταν επόμενο, απέτυχε. Ετσι, στις αρχές του 21ου αιώνα, όλα τα στοιχεία του ύστερου, μεταφορντικού καπιταλισμού έχουν εισαχθεί στη χώρα, αλλά το κοινωνικό περιβάλλον παραμένει πεισματικά «κοινοτικό». Οι οικονομικές λειτουργίες και αντιλήψεις δεν διαφέρουν πολύ από τις δυτικές -με έντονα ανατολίτικα στοιχεία βέβαια.
Αλλά η προσπάθεια εισαγωγής ενός δυτικού κοινωνικού υποστρώματος έχει αποτύχει, υποσκάπτοντας τις θετικές πλευρές της ελληνικής ταυτότητας και ενισχύοντας τις παραβατικές στρεβλώσεις της. Από τη «μη σύγχρονη» εποχή περάσαμε στον «εκσυγχρονισμένο» μεταμοντερνισμό, χωρίς να πατήσουμε στη δυτική κανονικότητα. Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευκαιρία της Αριστεράς. Να αφήσουμε τους μοντέρνους στον εκσυγχρονισμό τους και να χτίσουμε τον δημοκρατικό σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.