Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς
Birkbeck Institute of the Humanities
Θεωρία στο Μέγαρο
ΕΦΣΥΝ ‘Πολιτικά & Φιλοσοφικά Επίκαιρα’
Open Athens
Από τον Μάη ’68 στη «νέα αριστερά»
Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Κώστα Δουζίνα στη Χαρά Κούκη για τον συλλογικό τόμο Sessantotto. Passato e presente dell'anno ribelle. επιμ. Donatella Della Porta, (Feltrinelli, 2018)
Συζητώντας για τη στροφή προς τον ατομικισμό που πήραν τα γεγονότα του Μάη στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν μπορεί κανείς να μην διαπιστώσει ότι ήταν επίσης στα μέσα της δεκαετίας του 1970 που η κουλτούρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αρχίζει και γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής. Πώς θα σχολίαζες το γεγονός πως όλο και περισσότεροι ακτιβιστές που συμμετείχαν στις επίμαχες αναταραχές του 1968 αρχίζουν και υιοθετούν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πλατφόρμα πολιτικής κινητοποίησης και διεκδίκησης;
Το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως πολιτική, ηθική και θεσμική τάση που σήμερα είναι διάχυτη στην ιδεολογία, τη λαϊκή συμμετοχή, τους θεσμούς, την εργασία, τις θέσεις και ούτω καθεξής, δεν υπήρχε το 1968. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ίσως η δημιουργία της Διεθνούς Αμνηστίας στη Βρετανία την δεκαετία του 1960 αποτέλεσε την αφετηρία αυτού του κινήματος. Αλλά δεν έγινε αμέσως δημοφιλές ή καταληπτό από τους ανθρώπους τα χρόνια εκείνα. Οι πρώιμες εκστρατείες υπέρ πολιτικών κρατουμένων, υπέρ ανθρώπων των οποίων η ιδεολογία ή η πολιτική δραστηριότητα καταστελλόταν από διαφορετικά καθεστώτα, χρησιμοποιούσε μια ηθική, σχεδόν θρησκευτική θέση, μια αντιμετώπιση των προβλημάτων στη λογική του «άσπρου – μαύρου» χωρίς ενδιάμεσες γκρίζες ζώνες. Για τους πρώτους ακτιβιστές των δικαιωμάτων ήταν σαφές πως οι καλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με τα βασανιστήρια, αντίθετοι με τη φυλάκιση χωρίς δίκη, αντίθετοι με την πολιτική λογοκρισία και τις πολιτικές δίκες. Στην πραγματικότητα, αυτή η ηθική και ευκρινώς μη πολιτική θέση δεν έβρισκε απήχηση παρά σε έναν πολύ μικρό κύκλο ανθρώπων στη δεκαετία του ’60 και στις αρχές του ’70. Αλλά όταν η αρχική επιρροή των γεγονότων του 1968 εξαντλήθηκε, μια σειρά εξελίξεων συνέβαλαν στην προώθηση του κινήματος και των θεσμών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατά μια έννοια υποκατέστησαν την πολιτική ένταξη και δράση.
Το 1969 υπήρξε η χρονιά της ήττας της πολιτικής κατεύθυνσης του 1968 – με τον Ντε Γκολ να επανεπιβεβαιώνει την εξουσία του, την εκλογή του Νίξον και τη μεταστροφή του πολέμου στο Βιετνάμ σε μια «τελική επίθεση», την αποκάλυψη στην Δύση των «Γκουλάγκ» μετά τη δημοσίευση των βιβλίων του Σολζενίτσιν ή με την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα δίνοντας τέλος στην περίφημη Άνοιξη της Πράγας. Ήταν μια περίοδος πολιτικής ήττας για την Αριστερά. Η τάση της αντικουλτούρας [counter – culture] αποκτούσε μια ατομικιστική κατεύθυνση. Η έμφαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα μεμονωμένα θύματα, στις μεμονωμένες παραβιάσεις, προσέφερε στους καλούς προοδευτικούς-φιλελεύθερους μια εναλλακτική στην υπερ-πολιτικοποίηση της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Για έναν καλό προοδευτικό πολίτη που ενδιαφέρεται για τον κόσμο και πιστεύει στην ηθική άσκηση της πολιτικής και τον κανονιστικό μανδύα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι πολύ πιο εύκολο να γράφει επιστολές και να υποστηρίζει κάποιον που έχει φυλακιστεί στη Χιλή ή την ΕΣΣΔ -κλασική δράση των μελών της Αμνηστίας- παρά να στέκεται στη βροχή έξω από ένα εργοστάσιο για να υποστηρίξει μια εργατική απεργία. Έτσι, υπήρξε μια στιγμή στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όπου η στράτευση στον δυτικό κόσμο πέρασε από καθαρά, ριζοσπαστικά πολιτικά προγράμματα και ιδεολογίες, αλλά και εκστρατείες, σε άλλες που θέτουν την προστασία του ατόμου στο επίκεντρο. Αυτή η μετατόπιση από μια πολιτική του ριζοσπαστισμού σε μια πολιτική της ηθικής και του ηθικισμού, με τα ανθρώπινα δικαιώματα να διαδραματίζουν τον κεντρικό ρόλο βασικού υποστηρικτή εκείνη την εποχή, εμφανίστηκε πράγματι ως κάτι που προσέφερε μια διέξοδο για τους απογοητευμένους προοδευτικούς, ακόμα και για αριστερούς. Με αυτόν τον τρόπο «αποζημιώθηκε» η αποτυχία ριζικών αλλαγών από τις πολιτικές εκστρατείες της δεκαετίας του ’60 και αναδείχθηκαν οι τεράστιες δυνατότητες που προσέφερε σε προσωπικό επίπεδο μια νέα κοινωνία του καταναλωτισμού, της οικονομίας των υπηρεσιών, της έμφασης στον εκπαιδευμένο διοικητισμό. Αργότερα εμφανίστηκαν και άλλα είδη ηθικών πολιτικών εκστρατειών, όπως οι «δίκαιοι» πόλεμοι και οι ανθρωπιστικές επεμβάσεις.
Πρέπει να προσθέσω εδώ ότι ο Μάης αφήνει μια διπλή κληρονομιά γύρω από την έννοια της ελευθερίας: από τη μια πλευρά, το άτομο ως υποκείμενο ελεύθερων επιλογών γίνεται το μεταφυσικό κέντρο, απορρίπτοντας την κριτική του ανθρωπισμού της Γαλλικής σκέψης. Αλλά ταυτόχρονα η ελευθερία ορίζεται ως συλλογική αυτονομία, κάτι που επιτρέπει την ανάπτυξη των «νέων» κινημάτων κατά των φυλετικών και άλλων διακρίσεων, του φεμινισμού, της οικολογίας, των πολύμορφων πολιτικών ταυτότητας. Η λογική του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού και αυτό-οργάνωσης -κυριολεκτικά: της αυτονομίας, επιστρέφει στις καταλήψεις της Ναντέρ, της Σορβόννης και του Οντεόν και μπολιάζει μια νέα κινηματική πολιτική.
Εξήγησες παραπάνω με ποιους τρόπους η γαλλική σκέψη που συνδέεται με το 1968 κληροδότησε μια κουλτούρα «αντι-ανθρωπισμού» που στο κέντρο της βάζει το άτομο. Εκτός όμως από αυτήν την κουλτούρα του ατομικισμού που σχετίζεται με τα γεγονότα του Μάη, ανέφερες και μια εναλλακτική κουλτούρα, μια μειοψηφική κληρονομιά που αναδύεται εκείνη την εποχή και η οποία αναφέρεται στη συλλογική αυτονομία. Με ποιους τρόπους όμως συνδέεται αυτή η αντίληψη της αυτονομίας με τον αντι-ανθρωπισμό του 1968 και τι συνέβη με αυτήν την αντίληψη που παρέμεινε τότε στο περιθώριο των γεγονότων; Πιστεύεις ότι συνδέεται με τις αντιστάσεις του 2010 στον ευρωπαϊκό νότο;
Σε εκείνη την περίοδο της «μεσοβασιλείας» μεταξύ 1968 και 2011, την περίοδο της «αντεπανάστασης» όπως την ονόμασε ο Μπαντιού, αυτό το είδος αντι-ανθρωπισμού, αντι-ατομικισμού, αντι-ναρκισσιστικού εαυτού συνέβαλε στην ανάπτυξη της μειοψηφικής κληρονομιάς με δύο τρόπους: από τη μια πλευρά, αποδόμησε την αντίληψη περί απόλυτης κατανόησης και ελέγχου του υποκειμένου επί του εαυτού του και του κόσμου, υπονομεύοντας έτσι την ιδέα της πολιτικής ως δράσης που ασκείται τοπικά σε κεντρικούς χώρους – κυβέρνηση, βουλή, συνδικάτα, κόμματα, και χρονικά με κυκλική περιοδικότητα – εκλογές, επέτειοι, απεργίες. Από την άλλη, έδειξε ότι οι καθολικές αξίες, οι μεγάλες αρχές του διαφωτισμού, ενέχουν πάντα τους καρπούς είτε της αντιστροφής είτε της υπονόμευσής τους. Κατά τη διάρκεια της «μεσοβασιλείας», οι ιδέες αυτές αναπτύχθηκαν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, πολλοί από τους οποίους ανέδειξαν την ιδέα και την πράξη της συλλογικής αυτονομίας, την ιδέα να νομοθετούμε εμείς τον νόμο που ακολουθούμε. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την άποψη ότι το μόνο που μετράει είναι το συμφέρον μου, το ατομικό εγώ και ο ναρκισσιστικός εαυτός που χρησιμοποιεί όλες τις διαθέσιμες ευκαιρίες και πόρους για να ενταχθεί στη μεταγραφή της γενιάς των baby boomers από τον ριζοσπαστισμό του ’68 στις ελίτ της κοινωνίας και του κράτους. Ενώ ο άπληστος καπιταλισμός αποδομεί τις αξίες και βρίσκει τον ισοδύναμο, αναγκαίο ακόλουθό του στο ολοκληρωτικά εγωιστικό άτομο, υπάρχουν άνθρωποι που επιχειρούν να αναπροσδιορίσουν τη σημασία των αξιών, να σκεφτούν νέες αξίες που μπορεί να έχουν ένα είδος οικουμενικής θεμελίωσης. Αυτό μπορεί να γίνει είτε σε έναν μοναχικό δρόμο, με την παραδοχή ότι δεν πρέπει κανείς να ακολουθεί μόνο το προσωπικό του συμφέρον, αλλά ένα ευρύ σύνολο ιδεών και αρχών, όπως η προσωπική αυτονομία, είτε μαζί με άλλους, στην υπόθεση της συλλογικής αυτονομίας και μιας νέας μορφής πολιτικής ένταξης. Αυτό ήταν το εναλλακτικό μοντέλο, ένα μοντέλο μειοψηφικό, που είναι όμως η μεγαλύτερη επιτυχία, το καλύτερο κατάλοιπο και η καλύτερη κληρονομιά του «συμβάντος» του Μάη. Προφανώς, αυτό το μοντέλο δεν επικράτησε στη Δυτική Ευρώπη και έμεινε έξω από τα διάφορα κινήματα, από εκείνες τις ομάδες, εκείνους τους ανθρώπους και εκείνες τις δεσμεύσεις για τις οποίες η κληρονομιά του Μάη συνίστατο στη μετατροπή του πολίτη σε καταναλωτή. Αντιθέτως, αυτή η μειοψηφική ιδέα της αυτονομίας σήμαινε ότι ο παλαιός τύπος πολίτη-ως-υποκείμενο, ως εκείνο που υπόκειται, θα καταστεί πολίτης που αυτο-προσδιορίζεται.
Η ιδέα της αυτονομίας που διαδόθηκε εκείνον τον καιρό από προσωπικότητες όπως ο Καστοριάδης ή ο Λεφόρ και που οδηγεί σε ένα είδος πολιτικής συνέχειας, ίσως φτάνει μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ ή τους Podemos στην Ισπανία. Η ιδέα ότι ενώ το άτομο έχει σε ένα βαθμό σήμερα εξεγερθεί και χειραφετηθεί από τις δομές και τα συστήματα που εκλαμβάνουν την ατομική δραστηριότητα ως πλήρως καθορισμένη και καθαγιασμένη, αυτή η αυτονομία, δεν οδηγεί στη ναρκισσιστική και μηδενιστική άποψη του ατόμου ως καταναλωτή, ως κάποιου που μεριμνά μόνο για τον εαυτό του, αλλά τον αντιλαμβάνεται ως μέρος μικρών, ίσως, συλλογικοτήτων που θέτουν τους δικούς τους στόχους, σχέδια και επίσης τα μέσα με τα οποία πρόκειται να τα επιτύχουν. Αυτή γίνεται η μειοψηφική κληρονομιά του 1968, εκείνη η κληρονομιά που μετατοπίζεται από τη νεανική εξέγερση της αντι-κουλτούρας σε ιδέες συλλογικής αυτονομίας, συλλογικού αυτοπροσδιορισμού και προσλαμβάνει μια ορισμένη δυναμική και επιδραστικότητα μόνο στη δεκαετία του 2000, στους αγώνες κατά της παγκοσμιοποίησης, και που μας οδηγεί μέχρι την αντίσταση της δεκαετίας του 2010, στις πλατείες, από τη Βόρεια Αφρική στην Ευρώπη, τους αγανακτισμένους, το κίνημα Occupy και ούτω καθεξής.
Σε αυτό το μεσοδιάστημα, μεταξύ του 1968 και του παγκόσμιου κύματος των αντιστάσεων της δεκαετίας του 2010, είχαμε την ανάπτυξη όλων των ειδών μικρών θεωρητικών προσεγγίσεων. Όμως, η σημαντική ρήση του Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ ότι ο μεταμοντερνισμός σημαίνει το τέλος των «μεγάλων αφηγήσεων» έγινε τελικά αποδεκτή σε έναν βαθμό. Ο Λυοτάρ αναφερόταν στις ιδέες της φιλοσοφίας της ιστορίας, εγελιανού τύπου, ή τη μαρξιστική καθολική θεωρία της κοινωνίας, της ιστορίας και της πολιτικής. Υπήρξαν βέβαια τέτοιες διάσπαρτες θεωρίες, αλλά κατά βάση είχε γίνει κατανοητό ότι δεν θα μπορούσαμε να έχουμε ξανά ένα άλλο είδος μαρξισμού, ένα άλλο είδος οικουμενικής θεωρίας, κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο κινούνταν η κοινωνία. Έτσι, οι αριστεροί κυρίως ήταν αυτοί που αποδέχτηκαν τον ισχυρισμό του Φουκουγιάμα για το τέλος της ιστορίας – αν δει κανείς τη βιβλιογραφία, μόνο οι αριστεροί εξακολουθούν να τη συζητούν. Οι αριστεροί ήταν εκείνοι που πραγματικά αποδέχτηκαν, φυσικά έμμεσα και όχι ρητά, ότι ο καπιταλισμός δεν πρόκειται να αλλάξει ριζικά. Αν λοιπόν δεν πρόκειται να αλλάξει ως συνολική κοινωνικο-οικονομική οργάνωση, τότε στον βαθμό που εξακολουθεί κανείς να ενδιαφέρεται για την πολιτική, μπορεί απλώς να εμπλακεί σε μικρά τοπικά σχέδια και εκστρατείες, που κατά κάποιο τρόπο βελτιώνουν τη ζωή των ανθρώπων. Έτσι, ο αριστερός ριζοσπαστικός αγώνας λάμβανε χώρα σε ένα χαμηλότερο επίπεδο, στο επίπεδο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε επίπεδο ΜΚΟ, στο επίπεδο της βελτίωσης της καθημερινότητας των ανθρώπων. Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά και αναγκαία, όμως την ίδια στιγμή δεν φαινόταν στον ορίζοντα εκείνο το σχέδιο της αλλαγής της κοινωνίας είτε μέσω μιας μεγάλης πολιτικής ανατροπής είτε μέσω μιας σειράς μεταρρυθμίσεων. Θεωρούσαμε πιθανότερο να καταστραφεί η ίδια η ανθρωπότητα από τον καπιταλισμό.
Ωστόσο, μεταξύ 1968 και 2011 αναδύθηκαν μια σειρά από κοινωνικά κινήματα που επαναπροσδιόρισαν το περιεχόμενο των διεκδικήσεων και τους τρόπους διεξαγωγής των πολιτικών αγώνων: τι συνέβη, λοιπόν, με όλα εκείνα τα κινήματα του φεμινισμού, της οικολογίας, των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων που αναπτύχθηκαν μέσα σε αυτά τα χρόνια; Τα θεωρείς μέρος μιας ηττημένης πολιτικής κουλτούρας της διαμαρτυρίας; Υπάρχει κάποια κληρονομιά που να συνδέει αυτά τα κινήματα με τις σύγχρονες διαδηλώσεις των οποίων γινόμαστε μάρτυρες κατά τη δεκαετία του 2010;
Η ιδέα του κινήματος εκείνη την περίοδο, όχι τόσο στη Γαλλία, αλλά στις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία, την Γερμανία, περιλάμβανε κινητοποιήσεις γύρω από τον φεμινισμό, την οικολογία, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων εν είδει μονοθεματικών κινημάτων, τα οποία θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κοινωνικά κινήματα πρώτης γενιάς. Ήταν φυσικά εξαιρετικά σημαντικά. Έφεραν στην επιφάνεια αιτήματα και οδήγησαν σε αγώνες ενάντια στον αποκλεισμό μεγάλων κατηγοριών ανθρώπων από τον δημόσιο βίο. Και δεν πρόκειται για κινήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αν και σήμερα μπορεί να παρουσιάζονται έτσι, αφού κάθε κοινωνική και πολιτική διεκδίκηση δοκιμάζει τον δικαιωματικό πληθωρισμό. Ήταν κινήματα που είχαν στον πυρήνα τους το ερώτημα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, ποιος είναι πλήρης, ποιος λιγότερο, ποιος καθόλου άνθρωπος. Διότι μεγάλες ομάδες, συμπεριλαμβανομένης της πλειοψηφίας του πληθυσμού στην περίπτωση των γυναικών, δεν θεωρούνταν πλήρως άνθρωποι όχι μόνο με όρους δικαιωμάτων αλλά σε σχέση με εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποτελούν και πρέπει να αναγνωριστούν δημόσια ως οργανικό μέρος της ύπαρξής τους. Αυτά, ωστόσο, ήταν μονοθεματικά κινήματα. Έτειναν να γίνονται ευκαιριακά και να ασχολούνται κυρίως με την προώθηση απομονωμένων διεκδικήσεων, μια λογική που είναι συνδεδεμένη με τη «νέα Αριστερά» της δεκαετίας του 1960.
Έχω την εντύπωση ότι από το 2000 και μετά, και στη συνέχεια με περαιτέρω πίεση, αίσθηση του επείγοντος και ορμή λόγω της χρηματοπιστωτικής και αργότερα της οικονομικής κρίσης του 2007-8, είδαμε την ανάπτυξη ενός νέου τύπου ολιστικού πολιτικού κινήματος. Θα μπορούσες να το αποκαλέσεις «ριζοσπαστική νέα αριστερά». Η επίδραση της πρακτικής της αυτονομίας μικρών ομάδων δεν είναι πια επικεντρωμένη σε έναν ορισμένο και μερικό σκοπό, αλλά αφορά αυτόνομες, αυτοδιοικούμενες και αυτο-οργανωνόμενες συλλογικότητες. Αυτό το νέο κίνημα, από τη μια πλευρά, δεν εγκαταλείπει τις τεράστιες μονοθεματικές εκστρατείες, αλλά καθίσταται καθαρά πιο πολιτικό με την κλασική έννοια του όρου, στοχεύοντας στη διακυβέρνηση, την εξουσία και τους θεσμούς που την διατηρούν αλλά και την κοινωνία γενικότερα. Ενώ δεν εγκαταλείπει ζητήματα φύλου, φυλής, πράσινης πολιτικής ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων -που σήμερα έχουν καταστεί μέρος της παράδοσης αυτής της νέας αριστεράς- την ίδια στιγμή αρχίζει να συζητά σοβαρά το ενδεχόμενο κατάληψης της εξουσίας μέσω πολιτικών αγώνων είτε στο εθνικό επίπεδο, κάτι που ήταν φυσικά εξαιρετικά δύσκολο για την κλασική Αριστερά, είτε σε τοπικό επίπεδο μέσω αυτοδιοικητικών πρωτοβουλιών. Χωρίς λοιπόν να εγκαταλείπει τις μονοθεματικές εκστρατείες, που συνιστούν μέρος αυτού του αστερισμού κινημάτων, η ριζοσπαστική «νέα αριστερά» κάνει τις εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές προνομιακό πεδίο παρέμβασης. Αυτή η νέα κατανόηση του πολιτικού χώρου παρέμβασης θα επιτρέψει σε κινήματα φύλου, σεξουαλικότητας ή οικολογίας να συνευρεθούν, να συμπορευτούν, να εγκαταλείψουν την προηγούμενη απομόνωσή τους. Υπ’ αυτήν την έννοια, τα πολιτικά κόμματα που αναδύθηκαν κατά τη δεκαετία του 2010 αντλούν ιδέες και κινήματα από τη μειοψηφική κληρονομιά του 1968. Η διαλεκτική του Μάη έχει οδηγήσει και στο καλύτερο και στο χειρότερο.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Έλενα Ψυλλάκου