Τα Χριστούγεννα της κοσμικής πίστης

Τις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, γυρίζουμε στην οικογένεια. Αναλογιζόμαστε τη χρονιά που πέρασε αλλά και τον χρόνο, την ιστορία, τη χρονικότητά μας. Συναντούμε συγγενείς και φίλους, θυμόμαστε τα πρόσφατα και τα παλιά. Φέτος, με τους αυτοπεριορισμούς της πανδημίας, για πολλούς η συνάντηση θα γίνει στις οθόνες ενός κομπιούτερ ή στη φαντασία, στα όνειρα που βλέπουμε στη μέση της μέρας. Η ύπαρξή μας καθορίζεται από την ιστορία μας, την οικογένεια, τη γειτονιά, τον τόπο που γεννηθήκαμε. Εκεί γυρίζουμε πάντα. Αλλά οι 20.000 νεκροί της πανδημίας μάς θυμίζουν το άλλο καθοριστικό της ιστορικότητάς μας, το πεπερασμένο της ζωής.

Η μεγάλη φιλόσοφος Χάνα Αρεντ συγκρίνει τη δράση, το πιο ανθρώπινο χαρακτηριστικό, με το θαύμα και αναφέρεται στα Χριστούγεννα: Το θαύμα είναι η γέννηση νέων ανθρώπων και η νέα αρχή, οι δράσεις που θα πράξουν επειδή γεννήθηκαν. Μόνο η ικανότητα για δράση μπορεί να προσδώσει στα ανθρώπινα την πίστη και την ελπίδα, τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Αυτή η πίστη και η ελπίδα βρήκε την πιο μεγαλοπρεπή και συνοπτική της έκφραση όταν το Ευαγγέλιο ανακοίνωσε λιγόλογα τα καλά νέα: «Ενα παιδί γεννήθηκε ανάμεσά μας». Η γέννηση που γιορτάζουμε αυτές τις μέρες δεν σημαίνει απλά τη διαδικασία του τοκετού. Είναι η άφιξη του νεογέννητου στον ιστό των ανθρώπινων σχέσεων: την αγάπη, τη μέριμνα, τη φιλία, τη συνεργασία, την ευθύνη ή την εξουσία, την επιβολή ή την υποταγή που αποτελούν τον ανθρώπινο κόσμο. Κάθε νεογέννητο μπαίνει σ’ αυτό το δίκτυο σχέσεων και ταυτόχρονα τις αλλάζει. Η ανθρώπινη δράση, στο δίχτυ των ανθρώπινων σχέσεων, αναπαράγει το θαύμα που είναι η γέννηση. Η δράση είναι η μοναδική θαυματουργή ικανότητα του ανθρώπου. Γι’ αυτό όλοι οι άνθρωποι είναι ανεπανάληπτοι, ο καθένας ένας μοναδικός κόσμος, ο καθένας απαραίτητος στον κόσμο.

Πριν από κάθε γέννηση, πριν από κάθε σχέση, υπάρχει το δίκτυο του κόσμου. Πριν από το συμβολικό, υπάρχει αυτό το άνοιγμα χωρίς το οποίο κανένα σύμβολο δεν μπορεί να επιτελέσει τη συμβολική του λειτουργία: υπάρχει η ύπαρξη από κοινού, υπάρχουν οι άλλοι, υπάρχει ο κόσμος. Δεν μπορώ βέβαια να έχω άμεση πρόσβαση στη συνείδηση του άλλου, ούτε στον πόνο ούτε στη χαρά του. Αλλά είμαι πάντα μαζί με τον άλλον, η ύπαρξή μου είναι μια συνύπαρξη, είμαι εκτεθειμένος στη μοναδικότητα του άλλου και στην ετερότητα. Καθένας από μας είναι μοναδικός, ένας κόσμος, το σημείο όπου διαπλέκονται και συμπυκνώνονται άνθρωποι και συναντήσεις, γεγονότα και ιστορίες του παρελθόντος, φαντασιώσεις, επιθυμίες και όνειρα, ένα σύμπαν μοναδικών νοημάτων και αξιών. Καθένας μας, ως μοναδικός κόσμος, είναι ένα σημείο έκστασης, αθάνατοι στη θνητότητά μας, συμβολικά πεπερασμένοι, αλλά φαντασιακά άπειροι. Υπάρχω, επειδή σχετίζομαι με την «ύπαρξη των άλλων, με άλλες υπάρξεις, και με την ετερότητα της ύπαρξης».

Η ζωή ανοίγεται στο μέλλον. Τα σχέδια, τα όνειρα, οι πολιτικές εντάξεις, φτιάχνουν το νήμα του μέλλοντός μου. Αλλά μπορεί να ανατραπούν, να διαλυθούν, να τερματίσουν. Μπορεί η ζωή μου να τελειώσει πριν να ολοκληρωθούν τα σχέδιά μου. Με άλλα λόγια, η ζωή και τα έργα μου είναι περατά, η περατότητα, η προσωρινότητα, είναι αναπόσπαστο μέρος της ιστορικότητάς μου. Η περατότητα σημαίνει δύο πράγματα. Να ζεις μαζί, να εξαρτάσαι από τους άλλους και, δεύτερον, να ζεις με τη μνήμη θανάτου. Είμαι περατός, γιατί τα σχέδιά μου και εγώ ο ίδιος εξαρτόμαστε από τους άλλους και, δεύτερον, γιατί ο θάνατός μου είναι εμμενής με τις δύο έννοιες της εμμένειας: βρίσκεται μέσα μου από τη στιγμή της γέννας (immanent) και μπορεί να έρθει κάθε στιγμή (imminent).

Δεν υπάρχει μετά, δεν υπάρχει κάτι άλλο, όλα γίνονται ή δεν γίνονται εδώ και τώρα. Οι άλλοι και ο θάνατος με κάνουν μοναδικό. Η ζωή δεν είναι, παρά μια συνεχής πορεία προς τον θάνατο, λέει ο Μάρτιν Χάιντεγκερ. Ο θάνατός μου είναι το μόνο που μου ανήκει αποκλειστικά, δεν θα το μοιραστώ με κανέναν, είναι αυτό που με κάνει μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Οπως έλεγε ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, κανείς δεν πιστεύει ότι θα πεθάνει. Στο ασυνείδητο, υπάρχει μια μαύρη τρύπα. Εκεί μπαίνει η μόνη σίγουρη γνώση που έχουμε. Θυμάμαι, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ότι ξενυχτάγαμε νεκρούς συγγενείς στο σαλόνι του σπιτιού τους, έτσι γινόταν ο τελευταίος αποχαιρετισμός. «Δεν υπήρχε δωμάτιο σε σπίτι στο οποίο δεν πέθανε κάποιος κάποτε», έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, το 1936.

Δεν γίνεται πια. Οι δυτικές κοινωνίες απωθούν τη γνώση του θανάτου όσο περισσότερο μπορούν. Στην ψυχαναλυτική σκέψη, η αποτυχία, η ευθραυστότητα, η απώλεια αποτελούν κρίσιμο μέρος αυτού που σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Στην πανδημία πολλοί δεν μπόρεσαν να θρηνήσουν τους αγαπημένους τους, να πουν το τελευταίο αντίο. Η πανδημία ξαναέβαλε τον θάνατο στο σπίτι, διέλυσε τις αυταπάτες αθανασίας. Εδειξε ότι η λήθη θανάτου, η προσπάθεια να τον απομακρύνουμε, είναι επικίνδυνη μεγαλομανία.

Η αίσθηση της περατότητας, η κατανόηση του πόσο εύθραυστα είναι όλα για τα οποία νοιάζομαι, είναι το θεμέλιο μιας «κοσμικής πίστης», που, αντίθετα από τη θρησκευτική, αναγνωρίζει στη θνητότητα τη μεγαλύτερη ανθρώπινη δυνατότητα. Η εκκοσμικευμένη αυτή πίστη αφιερώνεται σε μια ζωή που θα τελειώσει και αφοσιώνεται σε σχέδια που μπορεί και να αποτύχουν. Τα επίγεια δεν είναι «μάταια», όπως λένε οι θεολόγοι, είναι τα μόνα που μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο αθάνατο.

Μόνο αν αναγνωρίσω την περατότητά μου, μόνο όταν θυμάμαι το «πέτυχε όσα μπορείς σήμερα, γιατί αύριο μπορεί να μην είσαι εδώ», τα σχέδιά μου θα επιβιώσουν στο πέρασμά μου στις δράσεις και τη μνήμη των άλλων. Θα γίνουν σημάδια της αθανασίας που ξεπηδάν μέσα και ξεπερνούν τη θνητότητά μου. Ας γιορτάσουμε, λοιπόν, τα Χριστούγεννα, τον νέο χρόνο. Ας θυμηθούμε τα καλά και τα κακά που περάσαμε. Μαζί με τους άλλους, στις γειτονιές που μεγαλώσαμε και στις οποίες γυρνάμε πάντα σαν τη φάτνη των Χριστουγέννων και τη μνήμη αυτών που πέρασαν.