Ο πόλεμος των αγαλμάτων: Ιστορία, μνήμη, ταυτότητα

Τον Μάρτιο του 2015 φοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν ξεκίνησαν το κίνημα Rhodes Must Fall (Ο Ρόουντς πρέπει να πέσει), μια εκστρατεία για την απομάκρυνση του αγάλματος του Σέσιλ Ρόουντς από το πανεπιστήμιο και την αποαποικιοποίηση των προγραμμάτων σπουδών.

Ο Ρόουντς, πρωθυπουργός της αποικίας του Βρετανικού Κέιπ το 1890, αγόρασε ορυχεία σε όλη την Αφρική και έγινε πάμπλουτος έμπορος διαμαντιών. Επέβαλε την πρώτη μορφή απαρτχάιντ στη νότια Αφρική και ονόμασε μια τεράστια περιοχή που ήλεγχε με το όνομα Ροδεσία, τώρα Ζιμπάμπουε. Υπερασπίστηκε την οικονομική και πολιτική σημασία της αποικιοκρατίας και προσπάθησε να τη δικαιολογήσει ηθικά λέγοντας ότι «όσο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου κατακτούμε τόσο το καλύτερο για την ανθρωπότητα» και πρόσθετε: «Φανταστείτε τι βελτίωση θα υπήρχε αν εκείνα τα μέρη, που τώρα κατοικούνται από τα πιο κατάπτυστα είδη του ανθρώπινου είδους, έμπαιναν κάτω από αγγλοσαξονική διοίκηση».

Ο πάμπλουτος Ρόουντς ίδρυσε τις ομώνυμες μεταπτυχιακές υποτροφίες στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ανοιχτές μόνο σε Αγγλοσάξονες άντρες. Ο Μπιλ Κλίντον, Πρόεδροι, πρωθυπουργοί και celebrities υπήρξαν Rhodes Scholars.  Ύστερα από μια συχνά βίαιη εκστρατεία, οι Νοτιοαφρικανοί φοιτητές πέτυχαν. Έτσι ξεκίνησε ένα παγκόσμιο κίνημα για την απομάκρυνση αγαλμάτων συνδεδεμένων με την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό.

The Statue Must Fall (Το άγαλμα πρέπει να πέσει)

Όταν η αλληλεγγύη στο αμερικανικό κίνημα Black Lives Matter έφτασε στη Βρετανία, η πρώτη συμβολική πράξη ήταν η αποκαθήλωση του αγάλματος του Έντουαρντ Κόλστον από την κεντρική πλατεία του Μπρίστολ. Η εταιρεία του Κόλστον είχε υποδουλώσει και μεταφέρει 84.000 άτομα στην Αμερική τον 18ο αιώνα. Οι 20.000 εξ αυτών πέθαναν στο ταξίδι. Αλλά η επιγραφή που συνόδευε το άγαλμα τον παρουσίαζε ως «ένα από τα πιο σοφά και ενάρετα τέκνα της πόλης».

Το άγαλμα είχε τοποθετηθεί το 1895, εκατόν είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του. Καθώς αυξάνονταν οι ριζοσπαστικές φωνές και συνδικαλιστικές απαιτήσεις, οι βικτωριανές ελίτ χρησιμοποίησαν το άγαλμα του Κόλστον για να επαινέσουν την επιχειρηματική και ναυτική ακμή της πόλης. Όπως λέει η ιστορικός Ματζ Ντρέσερ, οι επιχειρηματίες, «φοβούμενοι την ανερχόμενη εργατική τάξη, προσπάθησαν να ενώσουν τους πολίτες μέσω της ένδοξης ιστορίας της πόλης». Το άγαλμα συνδύαζε την απάνθρωπη ιστορία της δουλοκτησίας του 18ου αιώνα με τον επιθετικό καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό του 19ου αιώνα.

Το κίνημα για την απομάκρυνση αγαλμάτων και μνημείων που τιμούν δουλοκτήτες, αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές εξαπλώθηκε στο Παρίσι, το Βερολίνο, το Βέλγιο. Στο Λονδίνο το άγαλμα το Τσώρτσιλ μπήκε σε μεταλλικό κουτί για προφύλαξη. Το άγαλμα του εμπόρου σκλάβων Ρόμπερτ Μίλιγκαν αφαιρέθηκε από το Μουσείο Docklands του Λονδίνου. Το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ θα μετονομάσει την αίθουσα Γλάδστων στη φοιτητική εστία επειδή αντιτάχθηκε στην κατάργηση της δουλείας τη δεκαετία των 1830.

Σε όλη τη Βρετανία ανάλογα αγάλματα έχουν στοχοποιηθεί. Στην Οξφόρδη οι φοιτητές απαιτούν την απομάκρυνση από το πανεπιστήμιο του μνημείου και της αναμνηστικής πλάκας του Ρόουντς. Η Οξφόρδη, χαρακτηριστική γι’ αυτό που συμβαίνει στα πανεπιστήμια, έχει μόνο επτά μαύρους καθηγητές και λιγότερο από 2% μαύρους φοιτητές.

Η αντίδραση της Δεξιάς ήταν άμεση. Ο Μπόρις Τζόνσον δήλωσε ότι δεν δέχεται «να γίνει εκκαθάριση ή φώτοσοπ της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Αν αρχίσουμε να βελτιώνουμε το αρχείο και να αφαιρούμε τις εικόνες όσων η συμπεριφορά δεν μας αρέσει, λέμε ένα μεγάλο ψέμα, παραμορφώνουμε την Ιστορία μας». Η υπουργός Εσωτερικών Πρίτι Πατέλ, ινδικής καταγωγής, μετέφερε το θέμα στον νόμο και την τάξη. Η αφαίρεση του αγάλματος ήταν «τραμπουκισμός» και «βανδαλισμός» μιας «εγκληματικής μειονότητας χούλιγκαν». Αλλά και ο αρχηγός των Εργατικών Κίερ Στάρμερ καταδίκασε την παράνομη και «εντελώς λάθος» ενέργεια.

Η στάση των πολιτικών είναι κατανοητή. Η νοσταλγία της αυτοκρατορίας έπαιξε σημαντικό ρόλο στους ψηφοφόρους του Brexit. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση το 59% δήλωσε ότι οι Βρετανοί πρέπει να είναι περήφανοι για την αυτοκρατορία. Ήταν λιγότερο βάναυση από τη γαλλική ή τη βέλγικη, υποστηρίζεται, και άφησε τις αποικίες καλύτερα απ’ ό,τι τις βρήκε. Αλλά η βίαιη κατάκτηση, υποταγή και εκμετάλλευση των αποικιών είναι απαράδεκτη ακόμα κι αν οι αποικιοκράτες έφτιαξαν σιδηροδρόμους και ταχυδρομεία.

Η αντίδραση του Μάρβιν Ρις, τζαμαϊκανής καταγωγής δήμαρχου του Μπρίστολ, εκφράζει την κοινωνική αμφιθυμία. «Κάποιοι είναι ενθουσιασμένοι, άλλοι μπερδεμένοι, άλλοι φοβισμένοι και θυμωμένοι». Για μερικούς «ο Κόλστον είναι το Μπρίστολ και επομένως ο Κόλστον είμαι εγώ. Και αν κατεβάσεις αυτό το άγαλμα, κατεβάζεις κάτι από μένα. Ως δήμαρχος δεν μπορώ να αγνοήσω τη ζημιά σε δημόσια περιουσία, αλλά ως παιδί Τζαμαϊκανών μεταναστών το άγαλμα με πρόσβαλλε».

Οι πόλεμοι της εικόνας

Η εγκατάσταση και αποκαθήλωση αγαλμάτων είναι γνωστή στην Ιστορία. Αποτελεί τη σύγχρονη εκδοχή του «πολέμου της εικόνας» που ξεκίνησε με τη Βίβλο και τον Πλάτωνα. Το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Δύση έχουν μακρά ιστορία ελέγχου των εικόνων με αποδεκτές παραστάσεις και απαγορευμένα και επικίνδυνα είδωλα.

Οι Εικονομαχίες στο Βυζάντιο και τη Μεταρρύθμιση αποτελούν την πιο έντονη μορφή μιας διαμάχης που επιφανειακά είναι για τις εικόνες αλλά πηγαίνει στην καρδιά της πολιτικής. Η εξουσία και η γλώσσα της, ο νομός, είχαν και έχουν αισθητική πολιτική και αντιλαμβάνονται τη σημασία των εικόνων για τη διατήρηση της κυριαρχίας και της ηγεμονίας. Οι μεγάλες αλλαγές αλλά και η κανονική άσκηση της εξουσίας σηματοδοτούνται από το εικονικό τους καθεστώς.

Στη Γαλλική Επανάσταση αγάλματα που συμβόλιζαν τη βασιλεία αντικαταστάθηκαν από κλασικές απομιμήσεις, μιας και οι επαναστάτες πίστευαν ότι είναι η δεύτερη Ρώμη. Στη Ρωσία οι επαναστάτες κατέστρεψαν τα αγάλματα των Τσάρων και τα αντικατέστησαν με τον Μαρξ, τον Λένιν και τον Στάλιν. Μετά τον πόλεμο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και ο Στάλιν γέμισαν τις πλατείες και τα μουσεία όλης της ανατολικής Ευρώπης. Τα περισσότερα αποκαθηλώθηκαν μετά το 1989 και είτε καταστράφηκαν είτε πήγαν σε ειδικά μουσεία προς παραδειγματισμό των νέων.

Στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου η σκηνή με το άγαλμα του Λένιν στη μαούνα να ανεβαίνει τον Δούναβη και τους γονατισμένους χωρικούς να σταυροκοπούνται στο πέρασμά του δείχνει με τον πιο έντονο τρόπο τη σαγηνευτική δύναμη της εικόνας και της καταστροφής της. Η πτώση των αγαλμάτων του Σαντάμ μετά το τέλος του πολέμου στο Ιράκ μαζί με το βίντεο του απαγχονισμού του απεικονίζουν το φρικτό τέλος ενός καθεστώτος.

Ο συμβολισμός των μνημείων κατασκευάζεται κοινωνικά, αλλά δεν παραμένει αναλλοίωτος. Αγάλματα του Τσάρου Νικολάου ΙΙ, που αγιοποιήθηκε από τη ρωσική Εκκλησία, ξεφυτρώνουν σε όλη τη Ρωσία. Ένα άγαλμα του Ένγκελς στην Ουκρανία, που θα πήγαινε μαζί με άλλα της σοσιαλιστικής εποχής σε μουσείο, διασώθηκε από τον Φιλ Κόλινς, Άγγλο καλλιτέχνη.

Το τοποθέτησε στο Μάντσεστερ για να τιμήσει τον συγγραφέα και την πόλη για την οποία έγραψε το κλασικό του έργο για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία. Αλλά και τα αγάλματα των Τσώρτσιλ και Κολοκοτρώνη μπορεί να γίνουν κούρνιες για περιστέρια και σημεία συνάντησης για ζευγαράκια, χωρίς ιστορικό νόημα ή σημερινή αξία.

Ρατσισμός και καπιταλισμός

Ο Τζόνσον έχει κάνει επανειλημμένα ρατσιστικά σχόλια -«οι μουσουλμάνες με μπούρκα μοιάζουν με κουτί ταχυδρομείου», «οι μαύροι με κομμένο καρπούζι». Τώρα προσπαθεί να κάνει την αντιπαράθεση για τα αγάλματα έναν πόλεμο για την ιστορική αλήθεια και να περιθωριοποιήσει το πραγματικό πρόβλημα. Τα αγάλματα είναι σύμπτωμα, η αρρώστια και η πρόκληση είναι ο ρατσισμός.

Ο καπιταλισμός βασίστηκε ιστορικά στην αποικιακή εκμετάλλευση και την ιμπεριαλιστική επέκταση. Η αμερικανική ευημερία χτίστηκε από δούλους, η βρετανική από την καταλήστευση των αποικιών. Στην Αμερική ο σημερινός ρατσισμός είναι παιδί της δουλοκτησίας και του νόμου του Λιντς.

Το αμερικανικό δίκαιο, που τόσο θαυμάζουν οι Ευρωπαίοι, στηρίχτηκε στις διακρίσεις κατά των μαύρων. Τα δικαστήρια ερμήνευσαν τη συνταγματική αρχή της ισότητας ως «χωρισμένοι αλλά ίσοι» (separate but equal). Διαφορετικοί νόμοι ίσχυαν για τους λευκούς και τους μαύρους που δεν μπορούσαν να πάνε στα σχολεία, τα εστιατόρια και τα λεωφορεία των λευκών. Αυτή η εκδοχή του απαρτχάιντ ίσχυσε τυπικά μέχρι το 1954 και ουσιαστικά ισχύει ακόμη.

Σε πρόσφατο γράμμα προς το Ανώτατο Δικαστήριο οι δικαστές την Πολιτείας της Ουάσιγκτον σημειώνουν: «Ως δικαστές, πρέπει να αναγνωρίσουμε τον ρόλο που παίξαμε στην απαξίωση της ζωής των μαύρων. Το δικαστήριό μας αποφάσισε σε μια υπόθεση ότι ένα νεκροταφείο μπορεί νόμιμα να αρνηθεί σε πενθούντες μαύρους γονείς να θάψουν το βρέφος τους. Δεν μπορούμε να αποκαταστήσουμε αυτό το κακό».

Η αρχιδικαστής Σερί Μπίσλι της Βόρειας Καρολίνας προσθέτει: «Είμαστε υποχρεωμένοι να καταγγείλουμε τις αποτυχίες του δικαίου και της Δικαιοσύνης όσο δυνατά καταγγέλλουμε τη βία. Δεν αρκεί να πούμε στους διαμαρτυρόμενους πηγαίνετε σπίτι σας και να υπακούτε τους νόμους. Δεν είναι τόσο απλό». Δεν ακούσαμε κάτι ανάλογο από Έλληνες δικαστές ή καθηγητές της Νομικής στις πάμπολλες περιπτώσεις που το δίκαιο παραβίαζε τη δικαιοσύνη.

Στη Βρετανία το βασικό νομιμοποιητικό αφήγημα είναι ότι η αποικιοκρατία ήταν μέρος μιας «εκπολιτιστικής αποστολής», που είναι το «βάρος του λευκού άντρα (white man urden)». Όταν πήγα στην Αγγλία τη δεκαετία του 1970, ανακοινώσεις στην είσοδο παμπ και πανδοχείων απαγόρευαν την είσοδο σε «μαύρους, Ιρλανδούς και σκύλους». Η αντιπαράθεση για τα σύμβολα της δουλοκτησίας και της αποικιοκρατίας είναι ευκολότερη από την αναγνώριση της ρατσιστικής αδικίας που συνεχίζεται σήμερα.

Όταν τα θύματα της καταπίεσης αντιστέκονται, όταν καταστρέφουν τα αγάλματα δεν θυμίζουν απλά τις αδικίες του παρελθόντος, αλλά καταδικάζουν την κληρονομιά του στο παρόν. Χρειαζόμαστε αντίσταση, διότι οι πολιτικοί θυμούνται το χρέος τους στον ρατσισμό, αλλά ξεχνούν τα αποτελέσματά του στις σημερινές ζωές. Ο ρατσισμός δεν πρόκειται να εξαφανιστεί όσο ο καπιταλισμός θα συντηρείται από την ιστορική αποικιοκρατία, αλλά και τη σύγχρονη εκμετάλλευση των φτωχών στις πρώην αποικίες και μητροπόλεις.

Μνημειώδης και κριτική Ιστορία

Ο Νίτσε υποστήριζε ότι η ζωή πρέπει να ξεχάσει το παρελθόν για να απελευθερωθεί από τα βαρίδια του και να δημιουργήσει αυτόνομα τις δικές της αξίες. Υπάρχουν λοιπόν τρία είδη Ιστορίας ανάλογα με τις υπηρεσίες που πρόσφεραν στη ζωή: η μνημειώδης, η αρχαιοδιφική και η κριτική.

Τα ηρωικά αγάλματα αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της «μνημειώδους» Ιστορίας, που ανακαλύπτει πρότυπα μεγαλείου στο παρελθόν και τα προβάλλει για να διδάξει το παρόν. Είναι μια παράδοξη αλλά γνώριμη μορφή Ιστορίας, σε πλήρη εξέλιξη στους εορτασμούς για το 1821. Η μνημειώδης Ιστορία πανηγυρίζει το μεγαλείο του παρελθόντος επειδή πιστεύει ότι μπορεί να επανέλθει. Αλλά ταυτόχρονα «φετιχοποιεί» το ένδοξο παρελθόν και διακόπτει έτσι τη συνέχεια με το σήμερα αδρανοποιώντας τη δυναμική του. Πανηγυρίζουμε τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη όχι τόσο γι’ αυτά που έγιναν, αλλά επειδή είναι αδύνατο να τους μοιάσουμε.

Ο κριτικός ιστορικός ανακρίνει, κρίνει και καταδικάζει το παρελθόν επιδιώκοντας να απελευθερώσει το παρόν από το καταπιεστικό του βάρος. Η κριτική Ιστορία απορρίπτει το πανηγυρικό ύφος και βάζει στο μικροσκόπιο τη «γενεαλογία» που οδήγησε στα σημαντικά γεγονότα: τις σχέσεις εξουσίας, τις συμπτώσεις και τυχαίες αλλαγές, τη συμμετοχή των ταπεινών και αγνώστων.

«Περιστασιακά» λέει ο Νίτσε, «η ίδια η ζωή, που χρειάζεται τη λήθη, απαιτεί την προσωρινή αναστολή της λήθης· τότε γίνεται σαφές πόσο άδικη ήταν η ύπαρξη κάποιου πράγματος, προνομίου, κάστας ή δυναστείας για παράδειγμα, πόσο αξίζει να καταστραφεί. Τότε το παρελθόν αντιμετωπίζεται κριτικά».

Οι εκστρατείες για τα αγάλματα φαίνεται να έμαθαν από τον Νίτσε. Η καταστροφή τους απελευθερώνει. Αλλά το μάθημα είναι γενικότερο. Στον 21ο αιώνα η φαντασία μας δεν συγκινείται πια από τα ομοιώματα της μνημειώδους Ιστορίας, αλλά από την καινοτόμο σύγχρονη τέχνη.

Στην πλατεία Τραφάλγκαρ του Λονδίνου υπάρχουν τέσσερις πλίνθοι. Οι τρεις έχουν αγάλματα έφιππων στρατιωτικών παντελώς αγνώστων στο κοινό. Μόνο ο τέταρτος πλίνθος προκαλεί ενδιαφέρον. Μπήκε για να στηρίξει κάποιο μελλοντικό ηρωικό άγαλμα, αλλά από τη δημαρχία του «Κόκκινου Κεν» Λίβινγκστοουν έχει γίνει προσωρινός εκθεσιακός χώρος για σύγχρονη τέχνη.

Οι Λονδρέζοι αγάπησαν το γυμνό άγαλμα μιας εγκύου γυναίκας που είχε γεννηθεί χωρίς χέρια και με ατροφικά πόδια ή τις «Αδύναμες δομές», άγαλμα παιδιού σε ξύλινο αλογάκι, ειρωνικό σχολιασμό των μεγαλοπρεπών ιππέων. Το «Ιδού ο άνθρωπος», μια αναφορά στα μαρτύρια των προσφύγων, ήταν ένας γυμνός Χριστός με στεφάνι από συρματόπλεγμα. Στο περίφημο «Ο ένας και ο άλλος» του Άντονι Γκόρμλεϊ 2.400 πολίτες εναλλάσσονταν για μια ώρα ο καθένας στον πλίνθο. Ο Γκόρμλεϊ, που δημιουργεί τις περίφημες «ανθρώπινες φιγούρες» που είδαμε και στη Δήλο πέρσι, δήλωσε:

«Στην Τραφάλγκαρ με τα στρατιωτικά, πανηγυρικά και αρσενικά ιστορικά αγάλματα, η ανύψωση της καθημερινής ζωής στη θέση που προηγουμένως κατείχε η μνημειακή τέχνη μας επιτρέπει να προβληματιστούμε για την ποικιλομορφία, την ευαλωτότητα και την ιδιαιτερότητα του ατόμου. Οι άνθρωποι συναντιούνται για να κάνουν κάτι εξαιρετικό και απρόβλεπτο». Αυτό το εξαιρετικό και απρόβλεπτο κάνει το κίνημα των αγαλμάτων. Δεν αλλάζει την Ιστορία, αλλά συντονίζει τη δημόσια μνήμη με τις ανάγκες και επιθυμίες του σημερινού ανθρώπου.

Ιστορία και δημόσια μνήμη

Οι παρατηρήσεις αυτές μας βοηθούν να διακρίνουμε μεταξύ της ιστοριογραφίας και της δημόσιας μνήμης και τέχνης. Η ιστοριογραφία, όπως κάθε κοινωνική επιστήμη, έχει τις δικές της μεθόδους, πρωτόκολλα εργασίας και ελέγχους επιστημονικής ακεραιότητας και αρτιότητας. Όπως κάθε επιστήμη, (πρέπει να) είναι ανεξάρτητη από όλες τις εξουσίες -κρατικές, οικονομικές ή μιντιακές.

Βέβαια η Ιστορία γράφεται από σύγχρονους ιστορικούς. Ερμηνεύεται επομένως από τον ορίζοντα κατανόησης, τα νοήματα, τις αξίες και πίστεις του συγγραφέα και της κοινωνίας του. Το παρελθόν διαβάζεται πάντα από την σκοπιά του παρόντος. Ο ρόλος του Ρόουντς, του Κόμπτον, του Τσώρτσιλ, του Καποδίστρια, του Καραϊσκάκη ή του Βελουχιώτη είναι θέμα ιστορικής περιγραφής και ανάλυσης και είναι δύσκολο να αποφύγει την κανονιστική αξιολόγηση.

Η θετική ή αρνητική εκτίμηση του παρελθόντος αναγκαστικά υπάρχει, αλλά προηγείται η ακριβής καταγραφή. Τα αγάλματα, στον πλίνθο ή στο μουσείο, δεν αλλάζουν το έργο και την ανεξαρτησία της ιστοριογραφίας.

Τα αγάλματα συμβάλλουν στη δημόσια μνήμη, τον γενεσιουργό μύθο και την ταυτότητα ενός έθνους. Στην ιστοριογραφία το παρόν μπαίνει στην υπηρεσία του παρελθόντος, στη μνημειώδη τέχνη το παρελθόν γίνεται εργαλείο του παρόντος. Τα αγάλματα δηλώνουν ποιες αξίες και πρόσωπα από το παρελθόν θέλουμε να τιμούμε σήμερα. Συμμετέχουν επομένως στη συζήτηση για το ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε ως λαός και κοινωνία.

Η συμβολή τους στη ιστοριογραφία είναι περιορισμένη. Λένε περισσότερα γι’ αυτούς που τα έστησαν παρά για τα ιστορικά πρόσωπα που απεικονίζουν. Τα ρατσιστικά αγάλματα πρέπει να πέσουν διότι δεν θέλουμε να φαινόμαστε μια ρατσιστική κοινωνία. Το τι είμαστε και τι θα γίνουμε είναι άλλη ιστορία.