Θάνατος, αγάπη και άγγιγμα τη Μεγάλη Εβδομάδα

Μεγάλη Παρασκευή. Ο Επιτάφιος, η κηδεία, ο δεύτερος συμβολικός θάνατος, βάζει τέλος στον θρήνο, μας ελευθερώνει από το αντικείμενο της αγάπης μας. Το αποθέτουμε στην μνήμη, διακόπτεται το πένθος, ξεχνάμε τον τρόμο του να μην υπάρχεις. Ξέρουμε βέβαια το τέλος στο μεγαλύτερο μυθιστόρημα της ιστορίας. Όπως ξέρουμε και το δικό μας τέλος, αλλά ο ατομισμός μας κάνει να ξεχνάμε.  Φέτος δεν πήγαμε στον Επιτάφειο, η ζωή εν τάφω, ήταν δική μας ζωή. Δεν είναι κάτι σαν φυλακή ή τάφο το κλείδωμα που μας έχει περικλείσει; Στον 19ο αιώνα, ένας κοινός φόβος ήταν να ταφείς ζωντανός. Έβαζαν στους τάφους σωλήνες για να μπορεί ο ζωντανός νεκρός να αναπνέει ή κουδούνια για να ειδοποιήσει με τους ζωντανούς.

Σήμερα ο σωλήνας και το καμπανάκι μας είναι το Skype, το FB, το  zoom.

Γράφει ο μεγάλος Γάλλος δοκιμιογράφος Montaigne: «Που θα μας βρει ο θάνατος είναι αβέβαιο. Ας τον ψάξουμε παντού. Η προμελέτη του θανάτου είναι η προμελέτη της ελευθερίας. Αυτός που έχει μάθει να πεθαίνει έχει ξεμάθει να είναι δούλος. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στη ζωή για εκείνον που έχει καταλάβει ότι το τέλος της ζωής δεν είναι κακό: όταν γνωρίζουμε πως να πεθάνουμε έχουμε πετάξει  από πάνω μας κάθε υποταγή και περιορισμό». Παράξενη ιδέα. Είμαστε ελεύθεροι όταν συλλογιζόμαστε και μελετάμε τον θάνατο,  όταν έχουμε αυτογνωσία αυτού που είναι το τέλος του εαυτού και της γνώσης.

Το ακούσαμε στην ακολουθία των παθών. Η πιο ανθρώπινη σκηνή του δράματος παίζεται στον κήπο της Γεσθημανή, όταν ο Χριστός φοβισμένος, γεμάτος αγωνία γι’ αυτό που πρέπει να κάνει, στρέφεται στον Πατέρα του και αμφιβάλει την εντολή του: «Πατέρα απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο … Θεέ μου Θεέ μου, ἱνα τί με ἐγκατέλιπες;» Ο Θεός γίνεται άνθρωπος των ανθρώπων, τίποτε πιο ανθρώπινο από την αμφιβολία, τον φόβο, την αγωνία και την υπέρβαση τους. Γιατί με εγκατέλειψες, μήπως δεν είσαι στοργικός πατέρας; Γιατί είναι ο νόμος σου άδικος; Το πρωτοείπε ο Ιωβ, που όσο υπακούει τον Θεό και όσο καλύτερος γίνεται τόσο περισσότερο τιμωρείται.  Ο Ιωβ και ο Χριστός στη Γεσθημανή είναι άνθρωποι τόσο άνθρωποι.

Δεν υπάρχει απάντηση στο ερώτημα της αδικίας. Η πρωταρχική θεοδικία, η δίκη, η η αρχική καταδίκη και μετά η αθώωση του θείου, ξεκινάει στην Γεσθημανή. Πριν κάθε ανάσταση, πριν κάθε μικρή νίκη, αγώνες και ήττες. Σιγοστεκόμαστε, αμφιβάλουμε τις δυνάμεις μας, αμφισβητούμε τις πίστεις μας. Θρηνούμε για τα όνειρα, για τα οράματα που χάθηκαν. Αλλά επιμένουμε. Αποτύχαμε. Θα προσπαθήσουμε ξανά. Θα αποτύχουμε καλύτερα. Μαζί με τον άλλο ξεπερνάμε τον φόβο θανάτου, γινόμαστε αθάνατοι επειδή είμαστε θνητοί. Αν ο θάνατος είναι το τέλος και η μελέτη του ελευθερία, υπέρβαση του θανάτου είναι ο συλλογικός μας σκοπός. Αρετή, να αφήσουμε πίσω εμείς οι θνητοί, οι περατοί, σ’ αυτά που κάνουμε μαζί, την δική μας πυραμίδα στην άμμο.

Κυριακή του Πάσχα

Στην ακολουθία της Ανάστασης ακούμε το κατά Μάρκον ευαγγέλιο με τις τρεις γυναίκες που πήγαν στον τάφο και συνάντησαν τον λευκοντυμένο νεαρό. Ο Ιωάννης (20,16) έχει μιά διαφορετική και πιο ενδιαφέρουσα περιγραφή. Η Μαρία Μαγδαληνή πηγαίνει στον τάφο και βλέπει τον Ιησού αλλά δεν τον αναγνωρίζει. Της λέει ο Ιησούς «γιατί κλαίς; ποιόν ζητάς;» Η Μαρία τον περνάει για κηπουρό και απαντάει «Αν τον βάστηξες εσύ, πες μου που τον έβαλες κι εγώ θα τον πάρω.» Της λέει ο Ιησούς, «Μαρία» και αυτή απαντάει «Δάσκαλε». Της λέει ο Ιησούς: «ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν.»

Τι σημαίνει μη με αγγίζεις, μη με ακουμπάς; Το Θείο κτίζεται καθ’ εικόνα και ομοίωση ενός σώματος που δεν βρίσκεται στον άδειο τάφο. Μόνο μέσα από την αναχώρηση και την απουσία, μόνο αν δεν τον αγγίζουμε, υπάρχει ο Θεός στα εγκόσμια. Δεν βρίσκεται στον τάφο ή τον επιτάφιο, δεν τον φιλάμε στον άδειο σταυρό την Παρασκευή και το πρωί του Σαββάτου, ούτε τον αντικρίζουμε μαζί με τις Μαρίες το βράδυ της Ανάστασης. Ο θεός είναι απών, ήρθε για να μην έρθει, έφυγε, δεν μπορούμε να τον αγγίξουμε. Δεν μπορούμε να το κάνουμε κτήμα μας, δεν τον κρατούν τα κεριά, οι σταυροί, τα αφιερώματα και τα λουλούδια. Ας αφήσουμε τον νεκρό στους νεκρούς, ας αφήσουμε τον Ιησού στον πατέρα του, αποστασιοποιημένο στο θεϊκό του σπίτι. Δεν πάτησε τον θάνατο, ούτε χάρισε ζωή στους νεκρούς. Έφυγε, πήγε στον πατέρα του, αγίασε τον θάνατο. Η ανάσταση ιεροποιεί τον θάνατο, θεοποιεί την ανθρώπινη περατότητα. Ανάσταση είναι η κένωση, το άδειασμά του θείου. Η μετα θάνατο δεύτερη ενσωμάτωση του Ιησού ολοκληρώνεται στην αναχώρηση, την απουσία του θεού.

«Μη μου άπτου». Η αφή, το άγγιγμα, η πιο ανθρώπινη αίσθηση. Όταν ακουμπάω το χέρι σου, ξέρω ότι είμαι με τον άλλο, μαζί. Ακουμπώντας, χαϊδεύοντας, φιλώντας, γίνομαι άνθρωπος. Γι’ αυτό ο Ιούδας φίλησε τον Χριστό, για να τον κάνει άνθρωπο που πεθαίνει. Αλλά ο αναστημένος Χριστός δεν είναι άνθρωπος. Το σώμα δεν έχει ύλη, δεν μπορείς να το ακουμπήσεις. Μη μου άπτου. Δεν μπορείς να αγγίξεις τον Θεό ή την αλήθεια. Μόνο από μακριά, σε σκιές και οράματα, σε θαύματα και παραμύθια. Αγάπη είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις.

Αλλά για να αγαπήσεις πρέπει να ακουμπήσεις τον άλλο. Αυτοί που μας λένε σήμερα «Μη μου Άπτου», δεν μας παίρνουν την θρησκεία, ούτε τις εκκλησίες, αλλά αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Αυτό που θέλει η Μαγδαληνή, η γυναίκα των γυναικών, ο άνθρωπος των ανθρώπων, είναι το άγγιγμα, το σώμα, η σάρκα. Όχι γιατί αμφιβάλλει σαν τον Θωμά και θέλει να βάλει το δάκτυλο στον «τύπον των ήλων», αλλά γιατί το άγγιγμα είναι το ανθρώπινο, η αγάπη, η αλήθεια.

Θα αγγιχτούμε, θα χαϊδέψουμε, θα φιλήσουμε ξανά. Η ζωή εν τάφω θα γίνει η νέα ζωή. Θα ξαναβρούμε την αλήθεια, την αφή της αγάπης. Το «Μη μου Άπτου» του θεού, γίνεται «Ακούμπα με, Φίλα με, Κάνε με άνθρωπο». Το άγγιγμα του άλλου με κάνει αθάνατο στη θνητότητά μου.