Η πανδημία, το μέλλον, η Aριστερά

Κάθε ριζική αλλαγή στην ιστορία αποτελεί τεράστια έκπληξη. Είμαστε μαθημένοι στις σταδιακές, μερικές, μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις. Κυβερνήσεις και τεχνοκράτες υποστηρίζουν μονότονα ότι μπορούν να ελέγχουν το μέλλον, ότι ο προγραμματισμός τους δεν αφορά μόνο τις οικονομικές εξελίξεις αλλά το σύνολο του κοινωνικού γίγνεσθαι. Αλλά το ενδεχομενικό, το αναπάντεχο, το τυχαίο, δεν εξαλείφεται.

Η ζωή μας είναι βουτηγμένη στην τυχαιότητα. Δεν επιλέγουμε από ποιους γονείς, σε πιο μέρος, σε ποια τάξη θα γεννηθούμε. Αλλά αυτό το τυχαίο γεγονός καθορίζει την πορεία της ζωής μας. Και μπορεί τα συμβάντα που αλλάζουν τον ιστορικό ρου να είναι σπάνια αλλά όταν συμβαίνουν η ιστορία επιταχύνεται και οδηγείται σε ριζική και απρογραμμάτιστη αλλαγή.

Όλα τα καθεστώτα πιστεύουν και διακηρύσσουν ότι είναι αιώνια αμετάβλητα μέχρι την στιγμή που δεν υπάρχουν πια. Μετά την εξαφάνιση, η παρακμή και η διάλυση εμφανίζονται αναδρομικά αναπόφευκτες. Η περίφημη δήλωση του Φουκουγιάμα περί «τέλους της ιστορίας» ήταν τόσο σοκαρίστηκα θρασεία που έκανε πολλούς να την πιστέψουν.

Ο ιστορικός Βάλτερ Σάιντελ στο βιβλίο «Ο Μεγάλος Εξισωτής» (The Great Leveller) υποστηρίζει ότι τέσσερα είδη κοσμο-ιστορικού συμβάντος έχουν οδηγήσει σε τεράστιες εξισωτικές αλλαγές. Οι πανδημίες, οι πόλεμοι, οι επαναστάσεις και η διάλυση ενός κράτους. Ο Μαύρος Θάνατος, η πανούκλα του 1300, οδήγησε στην εξάλειψη του ενός τρίτου του ευρωπαϊκού πληθυσμού αυξάνοντας την τιμή της εργασίας και μειώνοντας ριζικά τις ανισότητες. Αλλά δεν χρειάζεται να είμαστε υπερβολικά́ αισιόδοξοι. Όπως υποστηρίζει η φεμινίστρια Σίλβια Φεντερίτσι, ο Μαύρος Θάνατος, ένα σοκ τρομακτικών διαστάσεων, οδήγησε σε έλλειψη εργατικού́ δυναμικού́ δημιουργώντας προσωρινά μεγαλύτερη ελευθερία για τις γυναίκες και τους εργάτες. Όμως, η άρχουσα τάξη αντέδρασε γρηγορά και το αποτέλεσμα ήταν ο καπιταλισμός. Τον 20ο αιώνα, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και οι κομμουνιστικές επαναστάσεις οδήγησαν στη μείωση των ανισοτήτων, τη δημιουργία του κοινωνικού κράτους, την ενδυνάμωση των συνδικάτων και την προοδευτική φορολογία που έφτασε μέχρι το 80% του εισοδήματος στις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Αλλά όλα ανατράπηκαν με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Στη διάρκεια της κρίσης του 2008, ο Νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς δήλωνε ότι «ο νεοφιλελευθερισμός πέθανε». Ωστόσο η αναγγελία θανάτου ήταν πρόωρη. Η κυβερνητική σωτηρία των τραπεζών αποτελεί ακραίο παράδειγμα παρέμβασης υπέρ του καπιταλισμού που αποσκοπούσε στη διατήρηση της κυριαρχίας της αγοράς. Οι λαοί πλήρωσαν για τις απώλειες των τραπεζών με τα σπίτια τους, τη δουλειά τους, την υγεία τους βάσει της αρχής «σοσιαλισμός για τους τραπεζίτες, και καπιταλισμός για τους πολίτες». Στις πρώτες μέρες της πανδημίας πάλι, ο Πωλ Μέισον υποστήριζε ότι η πολιτική τάξη μετά την κρίση θα αποτελείται από «ενθουσιώδεις» ή «απρόθυμους» σοσιαλιστές. Σήμερα ακόμη και προμαχώνες του νεοφιλελευθερισμού φαίνεται να εγκατέλειψαν τις κυρίαρχες πολιτικές.

Ο Μπάιντεν επανάφερε τον Κέινς στο προσκήνιο ρίχνοντας τρισεκατομμύρια στην αγορά. Η βίβλος του καπιταλισμού Financial Times έγραψαν ότι «ριζικές μεταρρυθμίσεις που αντιστρέφουν την πολιτική κατεύθυνση των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών πρέπει να μπουν στο τραπέζι». Ο Μπόρις Τζόνσον πλήρωσε όσους η εργασία αναστάλθηκε μέχρι 2,500 λίρες τον μήνα και τους αυτο-απασχολούμενους 80% του φορολογήσιμου εισοδήματος του προηγούμενου έτους και κρατικοποίησε σιδηροδρόμους και άλλες επιχειρήσεις Οι νεοφιλελεύθερες δεξαμενές σκέψεις, μεταξύ των οποίων και το εμβληματικό Ινστιτούτο Adam Smith, δήλωσαν ότι εγκρίνουν την αύξηση των δημοσίων δαπανών και των κρατικών επενδύσεων. Αλλά συμπλήρωναν ότι πρέπει να υπάρξουν σύντομα μέτρα μείωσης της φορολογίας για να βοηθήσουν την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα, προσθέτοντας ότι μακροπρόθεσμα το κράτος δεν έχει δουλειά στην οικονομία.

Το τέλος του νεοφιλελευθερισμού;

Σημαίνουν όλα αυτά ότι έφτασε το τέλος του νεοφιλελευθερισμού; Επανειλημμένα ο καπιταλισμός μπόρεσε να προσαρμοστεί στις κρίσεις που ο ίδιος δημιουργεί. Όπως έλεγε ο Μαρξ, ο καπιταλισμός είναι επαναστατικό σύστημα, όταν χρειάζεται αλλάζει βασικές παραδοχές και επιβιώνει. Σήμερα, όλες οι συντηρητικές και φιλελεύθερες κυβερνήσεις εγκατάλειψαν τη δημοσιονομική πειθαρχία, επεμβαίνουν στην οικονομία για να επιδοτήσουν τις επιχειρήσεις και εν μέρει το εργατικό εισόδημα. Θεωρούν τις επενδύσεις στη δημόσια υγεία και την πρόνοια απαραίτητες και αποδέχονται τον δημόσιο δανεισμό, πιθανά και την αύξηση της φορολογίας των πλουσίων.

Σίγουρα, όλα αυτά δείχνουν μια σημαντική αλλαγή. Η πανδημία αποτελεί σοβαρή απειλή για την παντοδυναμία των αγορών. Όμως, οι ορντοφιλελεύθεροι τύπου Σόιμπλε, που ξαναγυρίζουν μετά περίοδο απουσίας, πίστευαν πάντα ότι η κυριαρχία των αγορών απαιτεί ισχυρή κρατική παρέμβαση, απόλυτη πειθάρχηση της κοινωνίας και κυρώσεις για όσους παραβαίνουν τους κανόνες. Το είδαμε στα μνημόνια, τώρα κάπως διαφορετικά. Η πειθαρχία και η καταστολή πάντα άρεσε στη Δεξιά. Παρά την παγκόσμια αναγνώριση ότι οι πολιτικές λιτότητας πρέπει να τελειώσουν δεν υπάρχει η παραμικρή βεβαιότητα ότι αυτό θα συμβεί. Η προσαρμοστικότητα του νεοφιλελευθερισμού σημαίνει ότι κάνει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει. Αλλά για πρώτη φορά δεν αποκλείεται η κατάρρευση του.

Οι δεξιοί αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν πολιτικές αντίθετες με την ιδεολογία τους. Ήταν υποχρεωμένοι αλλά κατάλαβαν και τη μεταστροφή της κοινής γνώμης. Ό,τι δεν πέτυχε η Αριστερά, το έκανε ο ιός. Έβαλε τη ζωή σε θανάσιμο κίνδυνο και θύμισε τις αξίες και τους θεσμούς που μπορούν να μας προστατεύσουν. Ο Covid-19 δεν ξεχωρίζει τάξεις, φύλο ή φυλή. Αλλά η αρρώστια χτύπησε τους φτωχούς, τους άνεργους, τις μειονότητες. Την περασμένη εβδομάδα ανακοινώθηκε ότι στη Βρετανία οι φτωχοί αρρωσταίνουν και πεθαίνουν τέσσερις φορές περισσότερο από τους πλούσιους. Το ίδιο ισχύει στις Ηνωμένες Πολιτείες και πιθανότατα στην χώρα μας. Δεν υπάρχουν όμως στοιχεία και δεν ξέρουμε επίσης τον αριθμό των λοιμώξεων σε κάθε γειτονιά. Η πανδημία εκμεταλλεύτηκε τις ανισότητες και ταυτόχρονα τις γιγάντωσε.

Η υγειονομική και οικονομική καταστροφή θύμισε την κοινωνική και βιολογική μας τρωτότητα που είχε αποκρύψει ο άμετρος ναρκισσισμός και ο καταναλωτισμός της προηγούμενης περιόδου. Ο κόσμος κατάλαβε ότι στην κατάσταση εξαίρεσης δεν μας σώζει ο ατομισμός αλλά η κοινωνική αλληλεγγύη και η έγνοια για τον άλλο. Δεν εξασφαλίζουν οι αγορές τα απαραίτητα για τη βιολογική και κοινωνική επιβίωση αλλά τα δημόσια αγαθά και υπηρεσίες. Τέλος αντιλαμβάνεται τη σημασία των ταπεινών, κακοπληρωμένων και περιφρονημένων επαγγελμάτων: υγειονομικό προσωπικό, υπάλληλοι σουπερμάρκετ, καθαριστές, ντελιβεράδες, ταχυδρόμοι, χειρώνακτες. Ποιος τα περίμενε αυτά;

Η ευθύνη της Αριστεράς

Μόνο ο δικός μας πρωθυπουργός απολογήθηκε στην αρχή της πανδημίας για τα μέτρα υποστήριξης της εργασίας λέγοντας ότι «δεν είναι σοσιαλιστής». Στη συνέχεια, με το περικάλυμμα της Επιτροπής Πισσαρίδη, γύρισε στο εργαλειοθήκη του ΔΝΤ που την έχει προσωρινά εγκαταλείψει και το ίδιο το Ταμείο και υιοθετεί πολιτικές επιστροφής στα μνημόνια. Η πρόθεση της κυβέρνησης για επιστροφή στην «κανονικότητα» και απογαλακτισμό από τον «εθισμό» στην κρατική παρέμβαση είναι σαφής. «Έχουμε καπιταλισμό» όπως είπε ο υπουργός. Αλλά ο Μητσοτάκης δεν αποτελεί δεξιά παλιγγενεσία: αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος ιδεολογικής ηγεμονίας και αυταρχικής διακυβέρνησης που θα προσπαθήσει να ξεριζώσει την ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη από το φαντασιακό του λαού και να κάνει την αναιμική μας δημοκρατία μια τετραετή επιβεβαίωση της δυναστικής εξουσίας. Αλλά είναι ο αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός αναπότρεπτος;

Το ντόπιο και διεθνές σύστημα που μας έφεραν την κρίση του 2008 έχει ευθύνη για την καταστροφή των κοινών και των δημόσιων υπηρεσιών, για την αδιαφορία για την προστασία της κοινωνίας. Έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να «κεφαλοποιήσουμε» την εμπειρία της αλληλεγγύης και της συλλογικής δράσης. Ας αφήσουμε μικροπολιτικούς εγωισμούς, ασήμαντες αντιπαραθέσεις, άγονες ομαδοποιήσεις, την κουρασμένη επανάληψη παλιών συνθημάτων. Χρειαζόμαστε τη μεγαλύτερη δυνατή συμπόρευση αριστερών, δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων.

Η ευθύνη της Αριστεράς είναι μεγάλη. Πρέπει να μεταφράσουμε τις αξιακές μας αποδοχές και την αποδοχή τους από την πλειοψηφία σε μόνιμες πολιτικές επιδιώξεις. Αυτό σημαίνει ότι πέρα από την καθημερινή αντιπολίτευση πρέπει να σκεφτούμε την μεγάλη εικόνα, το όραμα ή το αφήγημα της νέας Αριστεράς. Αυτό που θα μιλήσει στο μυαλό και την ψυχή του κόσμου, θα ενθουσιάσει τους νέους, θα συνεπάρει τα κινήματα δημιουργώντας ένα νέο κύμα ανατροπής. Τα περισσότερα και πιο δίκαια οικονομικά μέτρα από μόνα τους δεν αρκούν. Οι πολίτες έμαθαν να μην εμπιστεύονται τις υποσχέσεις της αντιπολίτευσης και σ᾽ αυτό το κλίμα συνέβαλε και η Αριστερά.

Οι προγραμματικές προτάσεις πρέπει να γίνουν μέρος ένα μεγάλου σχεδίου κοινωνικής αλλαγής και παραγωγικής ανασυγκρότησης βασισμένης στις αξίες που ανέδειξε η πανδημία: αλληλεγγύη, ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, προστασία του πλανήτη. Η μάχη των ιδεών και των μεσο- και μακρό-χρονων προτάσεων κοινωνικής ανασύνταξης έχουν σήμερα την κεντρική θέση. Ο κουρασμένος και φοβισμένος κόσμος πρέπει να ακούσει τι κοινωνία θέλει η Αριστερά μετά τις δύο μεγάλες κρίσεις, την οικονομική και την πανδημία και όχι απλά υποσχέσεις προεκλογικής μορφής. Για κάτι τέτοιο χρειάζεται φαντασία, γνώση και τόλμη, όχι μόνο νούμερα και υποσχέσεις. Για κάτι τέτοιο δεν πρέπει να υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των τάσεων.
Ίσως κι αυτή η πανδημία να οδηγήσει σε μια πιο ίση κοινωνία.