Η Αμερική του Τραμπ (2)

Σε δύο άρθρα τον Νοέμβριο υποστήριξα ότι η παρακμή της Αμερικής, που έγινε παγκόσμια φανερή στις προεδρικές εκλογές, είναι μακροχρόνια και ανεπίστρεπτη. Η εισβολή στο Καπιτώλιο ολοκλήρωσε την εικόνα ενός σχεδόν αποτυχημένου κράτους που εντούτοις έχει ακόμη μεγάλη δύναμη.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της εισβολής ήταν όταν σχολιάστρια του CNN είπε με θλίψη ότι «οι σκηνές που βλέπουμε την έχουν τραυματίσει ψυχικά». Το ψυχαναλυτικό «πραγματικό» ξαφνικά εισέβαλε στον ήρεμο και τακτοποιημένο κόσμο της αμερικανικής ελίτ. Οι εισβολείς στο Καπιτώλιο ήταν ακριβώς το ψυχαναλυτικό «πραγματικό», μια ανάμνηση τρομακτική και αναπόδραστη που η «καλή» κοινωνία απωθεί. Προχτές επέστρεψε. Οι στασιαστές κρατούσαν σημαίες των Νοτίων, που πολέμησαν για τη διατήρηση της δουλείας. Οπλοφορούσαν φαντασιωνόμενοι ότι είναι εθνοφύλακες της Επανάστασης και εκδικητές των ηττημένων του εμφυλίου. Αναπόσπαστο μέρος της αμερικανικής Ιστορίας αποτελεί η δουλεία, ο ρατσισμός, ο νόμος του Λιντς και οι διακρίσεις ενάντια στους Αφρο-Αμερικάνους και τις μειονότητες. Η πλευρά των θυμάτων εμφανίστηκε με το Black Lives Matter και χτυπήθηκε σκληρά από την αστυνομία. Η πλευρά των θυτών εισέβαλε στο Καπιτώλιο με ανοχή των αρχών.

Οι παρανοϊκές αυτές θεωρίες, που εντούτοις ακουμπούν στο συλλογικό ασυνείδητο, καλλιεργήθηκαν από ένα δίκτυο mainstream ΜΜΕ, με ναυαρχίδες το Fox News και τη Wall Street Journal, αλλά και πολλά δεξιά τοπικά και περιθωριακά ραδιόφωνα. Βοήθησαν στην κατασκευή μιας αλλοπρόσαλλης κοινωνικής κατηγορίας που αποτελείται από λευκούς πρώην βιομηχανικούς εργάτες, συντηρητικούς Ευαγγελικούς, ξενόφοβους και ρατσιστές, υποστηρικτές της «λευκής ανωτερότητας» και της οπλοκατοχής και άλλα περιθωριακά στοιχεία. Οταν, το 2016, η Χίλαρι Κλίντον τούς χαρακτήρισε «deplorables» («αξιοθρήνητους, σιχαμένους») τους έδωσε όνομα και συνδετική ύλη. Επιβεβαίωσε την περιφρόνηση των ελίτ και αυτοί απάντησαν ψηφίζοντας Τραμπ.

Ο σκληρός πυρήνας των οπαδών του Τραμπ και των θεωριών συνωμοσιολόγων εγκατέλειψαν σε μεγάλο βαθμό τη συμβατική πολιτική και εντάσσουν τις δράσεις τους σε ένα παράλληλο σύμπαν εθνολαϊκισμού και άμυνας ενός συντηρητικού τρόπου ζωής τον οποίον απειλούν δήθεν ντόπιες ελίτ και διεθνείς κλίκες που κινούν τα νήματα της Ιστορίας. Αυτή η εναλλακτική πραγματικότητα είχε διαδοθεί πριν από τη νίκη του Τραμπ που βρήκε ένα κατάλληλο κλίμα για να εξασκήσει την παρανοϊκή ρητορική του και τη βαθιά νεοφιλελεύθερη πολιτική του. Οταν είδα τον Τραμπ να δηλώνει ότι αν κάνουμε ένεση απολυμαντικού θα θεραπευτούμε από την αρρώστια, μια και το σαπούνι σκοτώνει τον κορονοϊό, φαντάστηκα ότι θα τον έβαζαν σε ζουρλομανδύα. Δεν έγινε.

Αλλα τα 75 εκατομμύρια που ψήφισαν Τραμπ δεν είναι όλοι ακροδεξιοί. Σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε ένα μεγάλο αριθμό μικροαστών των συνοικιών που ζουν σε έναν καταναλωτικό και διαψευσμένο παράδεισο, αυτούς που άφησε πίσω το αμερικανικό όνειρο. Αποτελούν εικόνα της μισής Αμερικής που συσπειρώθηκε γύρω από το σύνθημα «Να κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά». Οι ευκαιριακοί υπολογισμοί πολιτικάντηδων και η ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος διατήρησαν αυτόν τον μισότρελο στην εξουσία. Η πρόσφατη αλλαγή στάσης απέναντί του από κομματικά στελέχη είναι αποτέλεσμα μικροπολιτικών επιλογών, παρά αληθινή μεταμέλεια.

Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εκφράζει μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στο πετρέλαιο, τις εξορύξεις και την ακίνητη περιουσία, που χρηματοδότησαν τον Τραμπ και πήραν αντάλλαγμα απορρύθμιση των λειτουργιών τους. Αλλά αυτοί οι τομείς βρίσκονται σε υποχώρηση καθώς οι επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας, με το «προοδευτικό» τους προφίλ, τείνουν να υποστηρίζουν τους Δημοκρατικούς. Και όπως η κρίση και η κοινωνική αποδιάρθρωση εξαπλώνονταν, ακροδεξιές ιδέες και στελέχη εξτρεμιστικών και νεο-φασιστικών οργανώσεων ενσωματώθηκαν στο κόμμα που παραδοσιακά εξέφραζε τα πιο συντηρητικά τμήματα στον Νότο και την ενδοχώρα του Midwest.

Ετσι η Ακροδεξιά μπόρεσε να μετακινήσει το συνολικό πολιτικό φάσμα προς τα δεξιά. Δεξιοί σχολιαστές υποστήριξαν προχτές ότι οι εισβολείς ήταν «αντιφά»(σιστες). Ο Μπάιντεν παρουσιάζεται ως «σοσιαλιστής» και «κομμουνιστής». Δεν πείθουν κανέναν έξω από τον κύκλο τους. Αυτή όμως είναι η δουλειά του μύθου. Αποκαλύπτει αυτονόητες αλήθειες στους πιστούς τους που τους επιτρέπουν να βλέπουν τον κόσμο συνεκτικά από τη σκοπιά των συμφερόντων τους. Οι πιστοί έχουν επενδύσει πολλά στον μύθο τους και αδυνατούν να τον αναγνωρίσουν ως τέτοιο. Τα fake news δεν επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως αλήθεια αλλά να υποστηρίξουν τη φαντασιακή ταυτότητα των πιστών.

Ακροδεξιός λαϊκισμός και αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός

Τα mainstream ΜΜΕ απέδωσαν την εισβολή αποκλειστικά στον Τραμπ και απέφυγαν να αναλύσουν τα κοινωνικά αίτια που οδήγησαν στη δημιουργία της κοινωνικής κατηγορίας και του όχλου. Ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν καταλύτης σ’ αυτή τη διαδικασία και εν μέρει μόνο δημιουργός της. Εδωσε πρόσωπο και φωνή σε μια υπόγεια κοινωνική τάση. Χρησιμοποίησε την πραγματική ή κατασκευασμένη αγανάκτηση του κόσμου που αισθάνεται προδομένος από την παγκοσμιοποίηση, εγκαταλειμμένος από το πολιτικό και χρηματοπιστωτικό κατεστημένο και ταπεινωμένος από την περιφρόνηση των «μορφωμένων» σχολιαστών στα ΜΜΕ. Ο δεξιός λαϊκισμός υπερασπίζεται ρητορικά τον λαό, τους ανέργους και τους χαμηλόμισθους και επιτίθεται στο πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο, τους μετανάστες και τις μειονότητες.

Ο Τραμπ οργάνωσε τη στρατηγική του γύρω από μια επιφανειακά «λαϊκή» πολιτική. Εμφανίστηκε ως εχθρός των συνθηκών ελεύθερου εμπορίου, των εξευτελιστικών συνθηκών εργασίας, της παράνομης μετανάστευσης και υποστηρικτής της «σιωπηρής πλειοψηφίας» ενάντια στα μεγάλα και διεφθαρμένα συμφέροντα και την ηγεσία των δύο κομμάτων. Η πρωτεύουσα και οι θεσμοί της Ουάσινγκτον είναι ένας «βάλτος», ένας «οχετός», που θα τον καθάριζε, έλεγε το 2016. «Η σιωπηρή πλειοψηφία γύρισε και δεν είναι πια σιωπηρή. Είναι επιθετική» δήλωνε πέρσι. Προχτές κραύγαζε στους οπαδούς του: «Πρέπει να είμαστε ισχυροί. Μόνο η δύναμη μπορεί να επιβληθεί». Επαναστάτης κι αυτός δι’ αντιπροσώπων.

Κεντρική στρατηγική ήταν οι «πόλεμοι του πολιτισμού» (culture wars): η παρουσίαση της προσπάθειας μείωσης των διακρίσεων ως επίθεσης στην ελευθερία. Ο Τραμπ επιτέθηκε στις μειονότητες (Αφρο-Αμερικάνους, Λατίνους, μετανάστες, Μουσουλμάνους, ΛΟΑΤΚΙ) με επιδείξεις ανδρισμού, φραστικής βίας και θράσους. Παρουσίαζε τους καταπιεσμένους ως καταπιεστές της λευκής πλειονότητας. Εβρισκε εύφορο έδαφος για τους παραλογισμούς του. Μια πλειονότητα Ευαγγελικών πιστεύει ότι οι διακρίσεις εναντίον των λευκών είναι μεγαλύτερες από αυτές κατά των μαύρων. Είναι προφανές λάθος. Αλλά οι αποτυχίες της προσωπικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής δεν αντέχονται χωρίς την πίστη ότι είναι θύματα ενός σατανικού σχεδίου.

Εχουμε μια μετάλλαξη του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Οδηγεί σε φτωχοποίηση, εκμετάλλευση και οργή και τρέφεται από τον θυμό που ο ίδιος δημιουργεί. Εργαλειοποιεί την αγανάκτηση και το μίσος των θυμάτων της αποβιομηχανοποίησης και της υποχώρησης του κοινωνικού κράτους, στρέφοντάς τους εναντίον εξιλαστήριων θυμάτων. Ενώ ο νεοφιλελευθερισμός υποστήριζε τα ανοικτά σύνορα, την αύξηση της οικονομίας και τα δικαιώματα, η μετεξέλιξή του προωθεί την απατηλή επιστροφή στην εθνική «κυριαρχία», στην καθαρότητα του έθνους, στο κλείσιμο των συνόρων με τοίχους και φράχτες και τον περιορισμό των ελευθεριών γιατί διακινδυνεύει την ασφάλεια. Ο αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός δεν χρειάζεται πια τη δημοκρατία. Το κράτος που τόσο δαιμονοποιήθηκε επιστρέφει, όχι ως κράτος κοινωνικών ασφαλίσεων αλλά ως κράτος ασφάλειας με αστυνομική καταστολή, παρακολούθηση των πολιτών, λογοκρισία και περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου και της πολιτικής.

Κάτι ανάλογο έγινε και στη χώρα μας. Οι πολιτικοί του ΛΑΟΣ πήγαν στη Νέα Δημοκρατία, οι ακροδεξιές ιδέες έγιναν αποδεκτές από «έγκριτους» δημοσιογράφους, η Αριστερά χαρακτηρίστηκε «ελαττωματική», μια ιδεολογία που πρέπει κοινωνικά να απαξιωθεί και θεσμικά να αποκλειστεί. Οι εισβολείς του Καπιτωλίου συγκρίθηκαν με τους «αγανακτισμένους» στο Σύνταγμα. Μια από τις πιο σημαντικές εκδηλώσεις άμεσης δημοκρατίας στην Ιστορία μας παρομοιάστηκε με τους παρανοϊκούς στασιαστές της Ουάσινγκτον. Το μόνο κοινό είναι η προσπάθεια κατασκευής του μύθου ότι η Αριστερά είναι καταστροφικός εχθρός που βρίσκεται πίσω από το ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο. Στην Αμερική, οι ακροδεξιοί και πολλοί τραμπικοί δεν πιστεύουν ότι υπάρχει πανδημία. Στην Ελλάδα, οι ακροδεξιοί και πολλοί εκκλησιαζόμενοι κεντροδεξιοί πιστεύουν τα ίδια. Μήπως βλέπουμε εδώ τον ελληνικό τραμπισμό που θα τραφεί από τη σάρκα της Νέας Δημοκρατίας; Ισως στον Τραμπ και τον Τζόνσον να βλέπουμε μια εικόνα από το δικό μας μέλλον.