Ημερολόγιο πανδημίας (3)

Μετά τέσσερις μήνες σε απομόνωση στο Λονδίνο της πανδημίας, με εκατοντάδες νεκρούς κάθε μέρα, γύρισα στην Ελλάδα. Ποτέ δεν είχα κρατήσει ημερολόγιο. Η πανδημία και η κατάσταση έκτακτης ανάγκης με ώθησαν να το κάνω. Την περίοδο του εγκλεισμού βρήκα τον χρόνο και την αποκοτιά να σκεφτώ για όλα εκείνα που ξεχνάμε ή εγκαταλείπουμε κάτω από την «πίεση» της καθημερινότητας.

Σύντομα συνειδητοποίησα ότι η «πίεση» δεν είναι μόνο εξωτερική αλλά αποτέλεσμα και της δικής μας δειλίας και απροθυμίας να αντιμετωπίσουμε τους υπαρξιακούς μας φόβους και επιθυμίες. Να συζητάς για την πολιτική ή τα διεθνή είναι πιο εύκολο από το να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη της ψυχής. Διαβάζοντας κάποια κλασικά Στωικά κείμενα άλλαξα στάση.

«Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη ενός οργανωμένου μυαλού», γράφει ο Ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας, «από την ικανότητά μας να σταματήσουμε όπου είμαστε και να περάσουμε λίγο χρόνο παρέα με τον εαυτό μας». Οι Στωικοί προτείνουν ένα νοητικό πείραμα. Ας σκεφτούμε τι αγαπάμε περισσότερο και ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς θα είναι η ζωή αν το χάσουμε.

Ετσι μαθαίνουμε να εκτιμάμε αυτά που έχουμε αλλά και να προετοιμαζόμαστε για την ενδεχόμενη απώλειά τους. Συνειδητοποιώντας ότι δεν θα έχουμε για πάντα τον αγαπημένο μας άνθρωπο, την υγεία μας ή κάποιο άλλο επίτευγμα, μαθαίνουμε να εκτιμάμε την αξία τους. Η δημιουργική χρήση της έλλειψης είναι βασική στωική αρχή και τεχνική οργάνωσης της ζωής.

Με την πανδημία, το σταμάτημα είναι υποχρεωτικό, οι στερήσεις και οι ελλείψεις πολλές, εξωτερικά επιβεβλημένες. Αλλά μας βοηθούν να καταλάβουμε τι είναι σημαντικό και τι άχρηστο. Φανταζόμενοι την απώλεια και έχοντας την εμπειρία της στην πανδημία μπορούμε να καταλάβουμε πόσο περιττά είναι πολλά από αυτά που θεωρούσαμε σημαντικά στην προ πανδημίας ζωή. «Τα χρησιμοποιούμε όχι επειδή τα χρειαζόμαστε», λέει ο Σενέκας, «αλλά επειδή είναι εκεί, επειδή τα έχουμε». Και επειδή τα έχουν και οι άλλοι, προσθέτω σήμερα.

Αρχές Αυγούστου ήρθα στον Πόρο, το πατρικό μου νησί, και βρέθηκα σε συνθήκες παρόμοιες μ’ αυτές του Λονδίνου. Τα περιοριστικά μέτρα του ποριώτικου mini-lockdown ήταν αυστηρότερα. Μάσκες παντού, κλειστά τα εστιατόρια στις 11, περιορισμοί στις συναντήσεις με φίλους και συγγενείς, που τόσο τις είχα λαχταρήσει.

Ο Πόρος είναι Λονδίνο με κολύμπι στο Νεώριο, φρέσκο ψάρι στο σπίτι και την απόλαυση του πανέμορφου περιβάλλοντος: το κανάλι ανάμεσα στον Πόρο και τον Γαλατά με τις βάρκες, τα ιστιοφόρα και τα μεγα-γιοτ να το διασχίζουν ασταμάτητα σαν μπαλαρίνες σε μυστική χορογραφία. Η ήρεμη θάλασσα στο Λιμανάκι της Αγάπης και τον Ρωσικό Ναύσταθμο σαν ατάραχα νερά λίμνης.

Το ηλιοβασίλεμα πίσω από την «Ωραία Κοιμωμένη», τη μορφή της γυναίκας που σκιαγραφούν τα βουνά της Τροιζηνίας. Στο Λονδίνο δεν βγήκαμε από το σπίτι για τέσσερις μήνες. Στον Πόρο βγαίνουμε, προσεκτικά βέβαια, περπατάμε στα σοκάκια μιας πόλης όπου ο χρόνος σταμάτησε στη δεκαετία του ‘50 και παρατηρούμε τον κόσμο που αμήχανα προσπαθεί να συνηθίσει μια ζωή σε μερική αναστολή.

Αντέγραψα στην καλή αυτή εφημερίδα κάποια «φιλοσοφικά» αποσπάσματα από τη Στωική άσκηση που έγινε ημερολόγιο της λονδρέζικης πανδημίας. Το πρώτο εξέτασε πώς η βαρεμάρα του περιορισμού γίνεται ευκαιρία κατανόησης της σημασίας του χρόνου. To δεύτερο, πώς ο διαλογισμός του θανάτου περιορίζει τον φόβο και μας κάνει ελεύθερους. Στον Πόρο, η φιλοσοφική αναζήτηση διαφέρει. Στο Λονδίνο, χρόνος και θάνατος. Στον Πόρο για την ομορφιά, τις αισθήσεις, την αισθητική και την ηθική.

1. Η ομορφιά βρίσκεται «στο μάτι του παρατηρητή», είναι υποκειμενική, λέει ένα γνωστό κλισέ. Ετσι και η ευτυχία. Δεν τη βρίσκουμε με προγραμματισμό ή σχέδιο, δεν σε προετοιμάζουν τα εγχειρίδια ευτυχίας ούτε τα φάρμακα. Η ομορφιά όπως και η ευτυχία αναδύονται κάποια στιγμή χωρίς προειδοποίηση, χωρίς προετοιμασία, χωρίς τυμπανοκρουσίες, σε τόπους και σε πράξεις που συχνά δεν είχαμε δώσει ιδιαίτερη σημασία προηγουμένως.

Σε ένα πέταγμα πουλιού, στον πύργο που έφτιαξε ένα παιδί στην άμμο, στο άρωμα του γιασεμιού το σούρουπο, σε ένα στίχο ποιήματος ή τις πρώτες νότες μιας σονάτας του Σούμπερτ. Αναδύεται η ομορφιά απρόσμενα, τελειώνει σύντομα. Γίνεσαι ευτυχισμένος για μια στιγμή. Αλλά δεν είναι αυθαίρετη ούτε τυχαία. Η ομορφιά σε καλεί, σε χτυπά κατακούτελα, το ηλιοβασίλεμα, η «Ωραία Κοιμωμένη», το ξαφνικό φιλί. Μετά όλα είναι διαφορετικά.

2. Οι περιορισμένες και από απόσταση συνομιλίες στον δρόμο οδηγούν σε μια φαινομενολογία της συνάντησης. Πριν από τα μέτρα αναγνωρίζαμε το χαμόγελο του άλλου στις κινήσεις, τους σπασμούς, τους μορφασμούς του στόματος. Με το στόμα καλυμμένο, τα μάτια γίνονται κέντρο της συναισθηματικής επικοινωνίας. Μεγαλώνουν πάνω από τις μάσκες, το χρώμα τους φωτίζεται και τονίζεται.

Τα μάτια χαμογελούν, αποδοκιμάζουν, λυπούνται. Ασυνήθιστοι σ’ αυτήν την οφθαλμική επικοινωνία δυσκολευόμαστε να την αναγνωρίσουμε. Και όχι μόνο. Οσοι έχουμε δυσκολία ακοής βλέπουμε το στόμα που μιλάει. Οπως τα λόγια βγαίνουν τώρα αλλοιωμένα και χαμηλόφωνα από τα καλυμμένα στόματα πρέπει να μάθουμε να μιλάμε, όπως και να χαμογελάμε, με τα μάτια. Οι φιλόσοφοι έχουν χαρακτηρίσει τον πολιτισμό μας ηλιοκεντρικό και οφθαλμοκεντρικό. Ο Θεός και η θεωρία είναι δημιουργήματα του θεωρείν, συμπτώματα της εποχής του ματιού. Αλλά μόνο με το στόμα κρυμμένο γίνεται το μάτι καθρέφτης της ψυχής και κέντρο του προσώπου, αυτού που μας κάνει μοναδικούς.

3. Η μάσκα κυριαρχεί στο πρόσωπο. Πολλοί τη φοράνε κάτω από τη μύτη, άλλοι κάτω από το στόμα. Αχρηστες ίσως και βλαβερές, μας θυμίζουν μια συνηθισμένη διαφοροποίηση στην καθημερινή συμπεριφορά. Οσοι φορούν τη μάσκα κανονικά ακολουθούν τις υγειονομικές υποδείξεις και προστατεύουν εαυτούς και αλλήλους. Οι μισοφορεμένες μάσκες δείχνουν την προοπτική του «κακού» ανθρώπου.

Ο παραβατικός συμμορφώνεται με τον νόμο μόνο επειδή υπολογίζει ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα αναγνώρισης της παρανομίας και τιμωρίας. Διαφορετικά ακολουθεί την επιθυμία του και παραβιάζει τον κανόνα ατιμώρητος. Εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ της «ατομικής» και της νομικής ευθύνης. Πηγή της πρώτης είναι η ηθική υποχρέωση να προστατευτούν οι άλλοι και ο κοινωνικός ιστός. Ο νόμος και η απειλή τιμωρίας αποτελούν συμπληρωματικό και δευτερεύουσας σημασίας αρωγό της ηθικής.

Αλλά ο «κακός» άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για την ηθική του ευθύνη. Αρκεί η ωφελιμιστική στάθμιση μεταξύ παράνομης ανυπακοής και πιθανότητας τιμωρίας. Αλλά η ιστορία της «ατομικής» ευθύνης, που ξαφνικά έγινε κεντρικό ιδεολόγημα, είναι σημαντική και περίπλοκη και αξίζει ένα ολόκληρο άρθρο.

Δεν ισχυρίζομαι βαθιά γνώση των επιδημιολογικών ή οικονομικών λύσεων στην κρίση (αν και έχω πολλές απόψεις βέβαια) ούτε θεωρώ ότι η ύπαρξή μου έχει μεγαλύτερη σημασία ή ενδιαφέρον από άλλους. Ενα μόνο ξέρω. Ο κόσμος αντιδρά στην καταστροφή είτε αφήνοντας το «εγώ» για το «εμείς», είτε με το να κλείνεται στο καβούκι του και να χτίζει προστατευτικούς τοίχους.

Ο πρώτος βλέπει τον ατομικό κίνδυνο ως σύμπτωμα της συλλογικής αρρώστιας, ο δεύτερος ψάχνει τη σωτηρία στην απομάκρυνση από τον επικίνδυνο άλλο. Στο πρώτο, η αρρώστια με βάζει στην κοινότητα. Για τον δεύτερο, υπάρχει κοινωνία επειδή υπάρχουν άτομα και ατομιστές, όχι κοινότητες. Ποια από τις δύο τάσεις θα επικρατήσει; Εδώ θα αποφασιστεί το μέλλον μας.