Ημερολόγιο πανδημίας (2)

Έγραφα στο προηγούμενο ότι στους τέσσερις μήνες του lockdown στο Λονδίνο μας έλειπαν πολλά αλλά είχαμε ένα αγαθό σε αφθονία: τον χρόνο. Τελειώνοντας το καθημερινό γράψιμο περίσσευε πολύς χρόνος. Τον αντιμετωπίζαμε με δύο τρόπους, τη μυαλο-κάθαρση και την αυτο-εξέταση. Η κένωση του μυαλού οδηγούσε όμως αντί στο νιρβάνα σε αφόρητη πλήξη. Φιλοσοφικά, η πλήξη βάζει το πέρασμα του χρόνου, του δικού μου χρόνου, στο μικροσκόπιο. Η βαρεμάρα μας μαθαίνει τι πραγματικά έχει σημασία για τον καθένα, πώς πρέπει να προστατεύσουμε τον χρόνο που μας απομένει. Κάθε μέρα το υπόλοιπο μικραίνει. Η πλήξη μας διδάσκει ότι δεν πρέπει να χαραμίζεται.

Η δεύτερη δυνατότητα είναι ένας βασανιστικός ή λυτρωτικός αυτο-στοχασμός, μια αυτο-εξομολόγηση και αυτοκριτική που πάει βαθιά. Όνειρα στη μέση της μέρας, το ένα κύμα από αγωνίες, επιθυμίες και ματαιώσεις να ακολουθεί το άλλο. Οι μεσαιωνικοί θεολόγοι έλεγαν ότι η αιώνια κρίση αποφασίζεται στο επιθανάτιο κρεβάτι. Εκεί όλα όσα έκανες, τα καλά και τα κακά, μπαίνουν σε λογιστικό κατάλογο. Από ‘δώ οι αρετές, από ‘κεί οι αμαρτίες. Αυτό το τεφτέρι της ζωής βγάζει την απόφαση. Είναι σαν να βλέπεις τη «ζωή σου σε ταινία», λένε σήμερα όσοι είχαν την εμπειρία του «σχεδόν θανάτου» (near death experience).

Στον εγκλεισμό της πανδημίας με εκατοντάδες νεκρούς και χιλιάδες κρούσματα κάθε μέρα, ο λογισμός του θανάτου γίνεται μόνιμος. «Να μελετάς τη φιλοσοφία σημαίνει να μαθαίνεις να πεθαίνεις» τιτλοφορεί δοκίμιό του ο Michel de Montaigne, σπουδαίος δοκιμιογράφος της επερχόμενης νεωτερικότητας τον 16ο αιώνα. Ισχύει όχι μόνο για τη φιλοσοφία αλλά και για την αρχαιολογία και την ανθρωπολογία. Η γνώση του αναπόφευκτου θανάτου διαχωρίζει την ανθρωπότητα από άλλες μορφές ζωής και οδηγεί στη δημιουργία θεσμών, ενασχολήσεων και δραστηριοτήτων που επιβιώνουν του θανάτου. Για τον Σοφοκλή, ο «δεινότατος» άνθρωπος χτίζει πόλεις και νομοθετεί, μαθαίνει να καλλιεργεί τη γη και να γυρνάει τις θάλασσες επειδή δεν μπορεί να δαμάσει τον θάνατο. Έχουμε μάθει για τους αρχαίους πολιτισμούς από τις πυραμίδες, τους θόλους, τα μαυσωλεία και τους τάφους, τις προσφορές και τα κτερίσματα που έδιναν οι ζωντανοί στους νεκρούς να πάρουν μαζί τους. Γίνομαι άνθρωπος γιατί ξέρω ότι θα πεθάνω.

Γράφει ο Montaigne: «Από όλα τα καλά που μας δίνει η αρετή, η περιφρόνηση του θανάτου είναι το μεγαλύτερο. Συμβιβάζει την ανθρώπινη ζωή με μια ήπια και παρηγορητική ηρεμία και μας δίνει μια καθαρή και ευχάριστη γεύση της ζωής χωρίς την οποία θα εξαφανιζόταν κάθε άλλη ευχαρίστηση». Και προσθέτει: «Αν μας τρομάξει ο θάνατος, δεν είναι δυνατόν να περπατήσουμε ούτε βήμα χωρίς άγχος. Η θεραπεία που χρησιμοποιούν οι χυδαίοι είναι να μην τον σκέπτονται. Αλλά από ποια ακατανόητη βλακεία μπορούν να αντλήσουν τέτοια βαριά τύφλωση; Είναι σαν να βάζουν τα χαλινάρια στην ουρά του γαϊδάρου».

Φέτος ο θάνατος και ο φόβος του είναι παντού. Μένουμε μέσα, μετράμε ανήσυχα τη θερμοκρασία μας -«μήπως έχω πυρετό;»-, ανησυχούμε στον παραμικρό βήχα, δικό μας ή των συνεγκλείστων. Ο θάνατος έγινε αυτό που ήταν πάντα αλλά το απωθούσαμε: μέρος της ζωής. Και όπως προειδοποιεί ο Montaigne, όταν μονιμοποιείται ο φόβος του, μεταμορφώνεται σε καταστροφικό άγχος. Μιλάμε στο τηλέφωνο, επικοινωνούμε περισσότερο χωρίς να έχουμε να πούμε πολλά, οι αϋπνίες παίζουν μονότονα, σαν κολλημένος δίσκος, τα τελευταία νέα, «τόσα κρούσματα χτες, τόσοι στην εντατική, τόσοι τελείωσαν».

Το τέλος μας είναι τώρα ψηλαφήσιμο. Είμαστε αιχμάλωτοι του δικού μας φόβου και όμηροι μιας εξουσίας που στηρίζεται στον πολλαπλασιασμό και τη διαχείριση του άγχους. Τρεις δεκαετίες τώρα ο φόβος, το ρίσκο και η ασφάλεια έγιναν κεντρικές πολιτικές της εξουσίας. Δεν θα άφηναν οι κυβερνήσεις την ευκαιρία που τους έδωσε ο παγκοσμιοποιημένος μηδενισμός της πανδημίας.

«Η προμελέτη του θανάτου είναι η προμελέτη της ελευθερίας. Αυτός που έχει μάθει να πεθαίνει, έχει ξεμάθει να είναι δούλος. Όταν γνωρίζουμε πώς να πεθάνουμε έχουμε ξεπετάξει κάθε υποταγή και περιορισμό», λέει ο Montaigne. Παράξενη ιδέα. Είμαστε ελεύθεροι όταν συλλογιζόμαστε και συμμεριζόμαστε τον θάνατο, όταν έχουμε συνείδηση αυτού που είναι το τέλος της συνείδησης. Στην πανδημία μπόρεσα να κατανοήσω αυτό το παράδοξο, καθώς έγραφα το νέο μου βιβλίο για τα δικαιώματα.

Οι διακηρύξεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων δηλώνουν ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι σε δικαιώματα. Πρόκειται για παρηγορητικό ψέμα. Γεννιόμαστε άνισοι. Αλλη η τύχη του παιδιού που γεννιέται στην Εκάλη και άλλη του νεογέννητου στο Πέραμα. Η περίφημη «ανοδική κοινωνική κινητικότητα» αποτελεί τον νομιμοποιητικό μύθο του καπιταλισμού. Το 90% των ανθρώπων παραμένουν ταξικά εκεί που γεννήθηκαν. Αλλά πεθαίνουμε ίσοι. Ο θάνατος, το τέλος του χρόνου μου, του μόνου απόλυτα δικού μου κεφαλαίου, είναι αποκλειστικά δικός μου, δεν θα τον μοιραστώ με κανέναν. Αλλά αυτό το αποκλειστικά ιδιωτικό με εξισώνει με όλους τους άλλους. Η γέννηση διακρίνει, ο θάνατος εξισώνει. Επειδή είμαστε θνητοί, είμαστε ίσοι. Είναι ο θάνατος που θεμελιώνει τον αγώνα για ισότητα και ίσα δικαιώματα.

Ο θάνατος αποτελεί μέρος της ζωής και έχει κυριαρχικό δικαίωμα πάνω της. Αλλά η πανδημία μάς θυμίζει ότι ο δρόμος προς τον θάνατο, που είναι μέρος της ζωής, είναι, όπως κάθε πλευρά της, άνισος, άδικος. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στον εξισωτή θάνατο και τον δρόμο προς τον θάνατο, τον πιο εμβληματικό αντιπρόσωπο της ανισότητας και αδικίας. Ο ιός «φτάνει αεροπορικώς με τους πλούσιους και σκοτώνει τους φτωχούς στις φαβέλες», μου έλεγε μια Βραζιλιάνα φίλη. Αν δεν υπάρχει νερό, πώς να πλένεις τα χέρια σου πολλές φορές; Αν δεν έχεις σπίτι ή μένεις σε ένα δωμάτιο ή σκηνή στρατοπέδου μαζί με δεκάδες άλλους πρόσφυγες, πώς να κρατάς αποστάσεις; Οι εθνικές μειονότητες και οι φτωχοί έχουν μέχρι τέσσερις φορές μεγαλύτερη πιθανότητα από τους άλλους να πεθάνουν.

Δεν είναι τυχαίο ότι η αμερικανική εξέγερση Black Lives Matter γίνεται σε συνθήκες πανδημίας. Ο Τζορτζ Φλόιντ ήταν μαύρος αλλά και φτωχός, συνδυάζει φυλή και τάξη. Είχε χάσει τη δουλειά του και ο καταστηματάρχης κάλεσε την αστυνομία γιατί προσπάθησε να χρησιμοποιήσει ένα πλαστό εικοσαδόλαρο για να αγοράσει τσιγάρα.

Ο κόσμος αντιδρά στην καταστροφή είτε αφήνοντας το «εγώ» για το «εμείς», είτε κλείνεται στο καβούκι του και χτίζει τοίχο. Είναι και οι δύο αμυντικοί μηχανισμοί. Ο πρώτος βλέπει τον ατομικό κίνδυνο ως σύμπτωμα της συλλογικής αρρώστιας, ο δεύτερος ψάχνει τη σωτηρία στη διατήρηση όσων του έχουν μείνει. Στο πρώτο, η αποστασιοποίηση είναι φυσική, όχι κοινωνική. Κρατώ αποστάσεις ακριβώς για να προστατεύσω τους πιο ευάλωτους και την κοινωνία. Γίνομαι μέλος σε δίκτυα αλληλεγγύης, βοηθάω όσο μπορώ τους ευπαθείς, τους φτωχούς, τους ξένους. Η αρρώστια με βάζει στην κοινότητα. Για τον δεύτερο, η απόσταση είναι η απαραίτητη απομάκρυνση από τον άλλον που είναι ο κίνδυνος.

Όσοι έλεγαν ότι ο άλλος είναι είτε εμπόδιο είτε εργαλείο στα σχέδιά μου είχαν δίκιο. Υπάρχει κοινωνία επειδή είμαι σε απόσταση από τον άλλον, επειδή υπάρχουν άτομα και ατομιστές, όχι κοινότητες. Το «ο άλλος είναι η κόλαση» του υπαρξισμού γίνεται «ο άλλος είναι ο θάνατος» της επιδημίας. Το πλησίασμα, το άγγιγμα αποτελούν αρρώστια. Ποια από τις δύο τάσεις θα επικρατήσει; Εδώ θα αποφασιστεί το μέλλον της ανθρωπότητας.