Ημερολόγιο πανδημίας (1)

Η πλήξη του lockdown, σαν τη βαριεστιμάρα στο πάρτι, έρχεται όταν καταλαβαίνω, ασυνείδητα πιθανόν, ότι σπαταλάω τον χρόνο μου, άλλα έπρεπε να κάνω και άλλα έκανα. Είναι το σύμπτωμα μόνο μιας βαθιάς ανησυχίας για το πού ήμουν και πού πάω. Γυρίζοντας στην Ελλάδα δεν θα είμαι «καλύτερος» άνθρωπος. Αλλά το lockdown δίδαξε τον σεβασμό του χρόνου, του μόνου κεφαλαίου που πραγματικά μου ανήκει.

Μετά τέσσερις μήνες σε απομόνωση στο Λονδίνο της πανδημίας, με εκατοντάδες νεκρούς κάθε μέρα, γυρίσαμε στην Ελλάδα. Αντιγράφω κάποια «φιλοσοφικά» αποσπάσματα από το ημερολόγιο του lockdown.

Οταν οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν μια τεράστια και απρόβλεπτη κατάσταση ανάγκης, οι συζητήσεις για τα μεγάλα θέματα και προβλήματα της εποχής μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Η προστασία από την αρρώστια, η ίδια η βιολογική επιβίωση έχουν προτεραιότητα. Ολοι οι άλλοι προβληματισμοί εγκαταλείπονται προσωρινά, αναστέλλονται όπως και τα δικαιώματα. Κλεισμένος στο σπίτι στο Λονδίνο, με άγνωστο πότε θα γυρίσω στην Ελλάδα, λαχταρώ τους φίλους και τον ήλιο, ονειρεύομαι το νησί και τη θάλασσα.

Μας λείπουν πολλά, αλλά έχουμε ένα αγαθό σε αφθονία: τον χρόνο. Εναν περίεργο επίπεδο πεζό χρόνο, σαν τον χρόνο του φυλακισμένου που σβήνει κάθε μέρα στον τοίχο χωρίς όμως να ξέρει πόσο θα κρατήσει η ποινή, πότε θα μπορέσει να βγει. Ο χρόνος γίνεται ευθεία γραμμή, ένα ατέλειωτο παρόν, χωρίς αναταράξεις και ορατό τέλος. Το παρελθόν γίνεται παρόν και μέλλον, το χτες και το αύριο τώρα, χωρίς εκπλήξεις. Ο χρόνος γίνεται μια αλληλουχία όμοιων στιγμών, μια αδυσώπητη προσωρινή αιωνιότητα.

Σ’ αυτό το βάλτωμα του χρόνου υπάρχουν δύο αναλγητικά, δύο φαντασιακές έξοδοι: η μία η μυαλο-κάθαρση, το αδειάζεις από μνήμες, σβήνεις τις πρόσφατες -οι παλιές πάντα επιστρέφουν- το κάνεις άσπρο χαρτί. Προορισμός; Η νηφαλιότητα της παθητικότητας, η ψευτο-νιρβάνα της απραξίας. Αλλά είναι άπιαστος. Αντί για νιρβάνα, καταλήγω στην απόλυτη πλήξη ενός υπαρξιακού «βαριέμαι». Είμαστε εξαρτημένοι στην εποχή του τουρμποκαπιταλισμού από μια αεικίνητη πραξεολογία, ένα τελεολογικό καταναγκασμό: έχουμε μάθει ό,τι κάνουμε να έχει σκοπό, πρόγραμμα και προθεσμία, στο τέλος να γίνεται λογαριασμός και αξιολόγηση.

Η δεύτερη δυνατότητα είναι ένας βασανιστικός ή λυτρωτικός αυτοστοχασμός, μια αυτο-εξομολόγηση που πάει πιο βαθιά από κάθε ψυχανάλυση, πιο μακριά από κάθε αυτοκριτική. Πολλά που έκανες, επιτυχίες και αποτυχίες, ό,τι προσπάθησες και ό,τι δεν τόλμησες την προηγούμενη περίοδο, περνάνε από το μυαλό, σε μια άναρχη συνέχεια, μια ασύνδετη αλυσίδα. Ονειρα στη μέση της μέρας, το ένα κύμα από αγωνίες, επιθυμίες και ματαιώσεις να ακολουθεί το άλλο. Ονειρώξεις μέρα μεσημέρι, μισο-κοιμισμένος πριν το βράδυ της βασανιστικής αϋπνίας. Η φιλοσοφική ώρα, 12 μεσάνυχτα, μεταφέρθηκε στις 12 το μεσημέρι.

Αυτό το συνηθισμένο και περιφρονημένο συναίσθημα ανοίγει δρόμους στη σκέψη. Υπάρχουν είδη βαρεμάρας, λέει ο Χάιντεγκερ. Ολα κάνουν φιλοσοφική δουλειά. Το πιο συνηθισμένο είναι όταν κάτι ή κάποιος είναι βαρετός, με κάνει να βαριέμαι. Το έζησα σε πολιτικές εκδηλώσεις, πανεπιστημιακά συνέδρια και στη Βουλή. Πάω σε μια εκδήλωση, αλλά ο ομιλητής δεν έρχεται στην ώρα του, καθυστερεί χωρίς προειδοποίηση, η ώρα περνάει. Ο κόσμος περιμένει, υπάρχει αμηχανία, εκνευρισμός, κάποιοι φεύγουν.

Περιμένοντας τον ομιλητή, κοιτάζουμε ανυπόμονα το ρολόι, ανοίγουμε το κινητό κάθε λίγο, διαβάζουμε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο ξανά και ξανά, κοιτάμε γύρω μας σαν χαμένοι. Βαριόμαστε, χάνουμε χρόνο. Οταν φτάνει επιτέλους και αρχίζει την ομιλία, περιμένεις να πεισθείς από επιχειρήματα, όμορφο λόγο, πετυχημένα παραδείγματα. Αλλά ο ομιλητής απλά επαναλαμβάνει χιλιοειπωμένα συνθήματα «Ευρώπη, Εκσυγχρονισμός, Κράτος Δικαίου» ο ένας, «Εθνος, Νόμος, Οικογένεια» ο άλλος. Η ομιλία στηρίζεται στην κοινότοπη επανάληψη, στις γνωστές λέξεις και συνθήματα, στο σημαίνον παρά τα σημαινόμενο. Ας το πούμε «ακουστική αποπλάνηση». Σαν να ακούς ένα εμβατήριο που συγκινεί, κομματικό ο ένας, στρατιωτικό ο άλλος. Ο ομιλητής θεωρεί το ακροατήριο «σε αιχμαλωσία», δουλειά του απλά να υπενθυμίσει και να γαργαλίσει προκαταλήψεις. Ο γνώριμος ήχος αγγίζει τον ένα, ο άλλος βαριέται. Ο ομιλητής λέει λέξεις, αλλά δεν βγάζουν νόημα.

Εχουμε την ίδια αίσθηση της απώλειας, της σπατάλης του χρόνου. Η βαριεστιμάρα της καθυστέρησης, η πλήξη της κακής ομιλίας με κάνει να αισθάνομαι άδειος, μετέωρος. Αυτό που περιμένουμε συνεχώς αναβάλλεται και στη θέση του μπαίνει ο χρόνος, απόλυτος, «γυμνός». Κάποιος ή κάτι δεν κάνει αυτό που υποσχέθηκε. Βαρετό είναι κάτι που συνεχώς αναβάλλεται και εν τέλει ματαιώνει την αναμενόμενη πράξη, βάζοντας τον χρόνο που περνάει στο κέντρο της προσοχής μας.

Τελευταίο παράδειγμα. Με καλούν σε ένα πάρτι, το σκέφτομαι γιατί ένα άρθρο που γράφω πάει καλά και θα το τελειώσω σε λίγο. Αλλά αποφασίζω να πάω. Καλή συντροφιά, εξαιρετικά ποτά, η μουσική μου αρέσει, στο τέλος χορεύουμε. Γυρίζω σπίτι και ξαφνικά λέω «βαρέθηκα, δεν έπρεπε να πάω». Αλλά δεν μπορώ να προσδιορίσω γιατί, ήταν επιλογή μου, πέρασα καλά.

Εχουμε λοιπόν είδη πλήξης. Το πρώτο δημιουργείται από κάτι εξωτερικό, την καθυστέρηση ή την κακή ομιλία. Το δεύτερο είναι πιο δύσκολο. Βαριέμαι, αλλά δεν μπορώ να το εξηγήσω. Δεν βρίσκω τίποτα ιδιαίτερα βαρετό και όμως το πέρασμα του χρόνου, που θα μπορούσα να τον είχα χρησιμοποιήσει διαφορετικά, με κάνει να βαριέμαι. Η πλήξη δεν σχετίζεται με άλλους, αλλά μ’ εμένα. Εχω χρησιμοποιήσει ένα κομμάτι του χρόνου, του δικού μου χρόνου. Εδωσα ένα μέρος της ζωής μου στον χρόνο της γιορτής. Στην κανονική πάροδο του χρόνου το παρόν ολοκληρώνει το παρελθόν και ανοίγεται στο μέλλον. Στο πάρτι μόνο το παρόν έχει σημασία. Το κενό που αισθάνομαι, ο μετέωρος χρόνος δεν οφείλεται στους άλλους. Βαριέμαι τον εαυτό μου. Πλήττω γιατί ξόδεψα τον χρόνο μου σε ένα ασύνδετο «τώρα».

Και στις τρεις περιπτώσεις -αναμονή του ομιλητή, αποτυχημένη ομιλία και πάρτι- βιώνουμε άμεσα τη σχέση μας με τον χρόνο, κάτι που δεν μας ευχαριστεί. Ετσι επινοούμε περισπασμούς για να το αποφύγουμε. Κοιτάω το ρολόι ή το κινητό, ονειροπολώ, σκέφτομαι τι έχω να κάνω. Υπάρχουμε μέσα στον χρόνο, η ανθρώπινη ύπαρξη είναι χρονική. Αλλά ο χρόνος περνάει και σπάνια τον σκεφτόμαστε σαν την πιο σημαντική διάσταση της ζωής μας. Φοβόμαστε να αντικρίσουμε τη χρονικότητα της ύπαρξης, το ταξίδι προς το αναπόδραστο τέλος. Η πλήξη, αποτέλεσμα του χρόνου που περνάει άσκοπα και χάνεται, μας βγάζει απ’ αυτή τη λήθη του χρόνου. Οταν βαριέμαι, ο χρόνος σταματάει να είναι το αδιάφορο υπόβαθρο κάποιας δραστηριότητας, γίνεται το κεντρικό πλαίσιο αναφοράς. Δεν είναι πια ο χρόνος του ρολογιού ή του ημερολογίου, χρόνος κοινός για όλους, αλλά ο δικός μου πεπερασμένος και πολύτιμος. Κάθε ενέργεια αφαιρεί ένα κομμάτι του χρόνου μου από κάποιαν άλλη.

Οταν βαριέμαι και βάζω την πλήξη στον φακό της σκέψης καταλαβαίνω ότι η ύπαρξή μου ανελίσσεται μέσα στον χρόνο, ότι ο χρόνος είναι η διάσταση της ζωής μου, ότι η ζωή μου προχωράει προς το τέλος της, το μόνο που δεν θα μοιραστώ με κανέναν. Η πλήξη μού μαθαίνει το νόημα της ζωής -τι έχει σημασία για μένα- και τη μοναδικότητα του χρόνου που μου ανήκει. Η πλήξη του lockdown, σαν τη βαριεστιμάρα στο πάρτι, έρχεται όταν καταλαβαίνω, ασυνείδητα πιθανόν, ότι σπαταλάω τον χρόνο μου, άλλα έπρεπε να κάνω και άλλα έκανα. Είναι το σύμπτωμα μόνο μιας βαθιάς ανησυχίας για το πού ήμουν και πού πάω. Γυρίζοντας στην Ελλάδα δεν θα είμαι «καλύτερος» άνθρωπος. Αλλά το lockdown δίδαξε τον σεβασμό του χρόνου, του μόνου κεφαλαίου που πραγματικά μου ανήκει.